Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

H φορολογία και η δήλωση των οχημάτων το 1938 (επιβατικά αυτοκίνητα, φορτηγά, δίκυκλα).



Τον Μάιο του 1938 δημοσιεύτηκε ο Αναγκαστικός Νόμος 1233/1938, για την φορολογία των αυτοκινήτων και παντός είδους ποδηλάτων. 
Με αφορμή αυτό, το υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε εγκύκλιο που όρισε την υποχρεωτική υποβολή δήλωσης από τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων και ποδηλάτων, έως τις 18 Ιουνίου 1938.
Με τον όρο "ποδήλατο", ο νόμος εννοούσε τα ποδοκίνητα και τα αυτοκίνητα ποδήλατα, δηλαδή τις μοτοσυκλέτες.  
Φυσικά εκτός από τα επιβατικά αυτοκίνητα, έπρεπε να δηλωθούν τα φορτηγά και τα λεωφορεία, βενζινοκίνητα ή πετρελαιοκίνητα, ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης. 
Η εγκύκλιος ανέφερε πως όσοι ιδιοκτήτες δεν επιθυμούσαν να θέσουν τα οχήματά τους σε κυκλοφορία, έπρεπε να υποβάλουν δήλωση ακινησίας στην αρμόδια εφορία. Σε αυτή, όφειλαν να αναφέρουν του λόγους που θα έμενε το όχημα ακίνητο, καθώς και τον τόπο σταθμεύσεως του (πόλη, οδό και αριθμό). Βέβαια, μαζί με την δήλωση ακινησίας έπρεπε να παραδώσουν και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος. Σε περίπτωση μη δήλωσης κυκλοφορίας ή ακινησίας, προβλέπονταν αυστηρές ποινές που έφταναν έως την κατάσχεση του αυτοκινήτου ή του ποδηλάτου. 


Σχετικά με το νέο νόμο, αυτός όριζε τα εξής: 

Κάθε επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης που έμπαινε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία είχε επιβάρυνση με πρόσθετο ειδικό τέλος 10.000 δραχμών. Αυτό ίσχυε μόνο για το πρώτο έτος κυκλοφορίας. Από το τέλος αυτό είχαν απαλλαγή τα αυτοκίνητα του Βασιλέα και των μελών της βασιλικής οικογένειας, των υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου, των Λιμενικών Οργανισμών, των Δήμων και Κοινοτήτων, του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α) και διαφόρων νοσηλευτικών ιδρυμάτων, των Διπλωματικών Αποστολών και των μελών της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής. Επίσης εξαιρούνταν τα αυτοκίνητα που υπάγονταν στο άρθρο 2 του Αναγκαστικού Νόμου 865/1937. Σύμφωνα με αυτόν, "τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου έχουσι δικαίωμα χρήσεως κρατικού επιβατηγού αυτοκινήτου εφόσον κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπάρχουσιν διαθέσιμα τοιάυτα" (παρ. 1). Τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσαν οι Υπουργοί και Υφυπουργοί απαλλάσονταν των τελών κυκλοφορίας και των διοδίων, είτε είχαν την κυριότητα είτε όχι (άρθρο 2, παρ. 3). 

Τα ετήσια τέλη για τα επιβατικά αυτοκίνητα καταβάλλονταν σύμφωνα με την φορολογήσιμη ισχύ σε συνδυασμό με τις θέσεις επιβατών (πλην οδηγού) και το βάρος του αυτοκινήτου. Σχετικά με το τελευταίο μέγεθος, υπήρχαν τρείς κατηγορίες. Η κατηγορία Α΄ για επιβατικά αυτοκίνητα βάρους έως 1.350 χιλιόγραμμα, η κατηγορία Β' για επιβατικά αυτοκίνητα από 1.351 έως 1.700 χιλιόγραμμα και η κατηγορία Γ' για αυτοκίνητα άνω των 1.700 χιλιογράμμων (άρθρο 5, παρ. 1). 
Μετά την παρέλευση πενταετίας, από την χορήγηση άδειας κυκλοφορίας, ο νόμος όριζε την έκπτωση κατά 30% από τα προβλεπόμενα ετήσια τέλη, "ήτις δι' έκαστον επόμενον έτος αυξάνεται κατά 5% , μη δυναμένη όμως αύτη εν πάσει περιπτώσει να υπερβή εν συνόλω τα 50% των ετησίων τελών" (άρθρο 2 , παρ. 2).

Τέλος, για τα πετρελαιοκίνητα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, υπήρχε επιβάρυνση πρόσθετου πάγιου τέλους 4.000 δραχμών. 




Το άρθρο 3 του Ν. 1233/1938, αφορούσε τα ποδοκίνητα ποδήλατα, για τα οποία προβλεπόταν ετήσιο τέλος 50 δραχμών. 

Τα τέλη για τα αυτοκίνητα ποδήλατα (μοτοσυκλέτες) είχαν ως εξής: 
Έως δύναμη ισχύος τριών ίππων, 200 δραχμές. Με ισχύ άνω των τριών και έως πέντε ίππων, 300 δραχμές. Με ισχύ άνω των πέντε ίππων, 450 δραχμές.
Για τις μοτοσυκλέτες με κάνιστρο ίσχυε η ανωτέρω φορολογία με επιπρόσθετο τέλος 200 δρχ, για την θέση του κανίστρου και για κάθε επιπλέον θέση. Σύμφωνα με το άρθρο 3 (παρ. 2), "δίτροχα ή τρίτροχα ποδήλατα θεωρούνται οπωσδήποτε ιδιωτικής χρήσης". 

Για τα βενζινοκίνητα φορτηγά ιδιωτικής χρήσης το ετήσιο τέλος ήταν 50 δραχμές κατά ίππο και 400 δραχμές κατά τόνο ωφέλιμου φορτίου. 
Στα δημόσιας χρήσης πετρελαιοκίνητα φορτηγά το ετήσιο τέλος ήταν 18.000 δραχμές για ωφέλιμο φορτίο έως τρεις τόνους. Για ωφέλιμο φορτίο από 3.001 χλγμ έως τέσσερις τόνους, ετήσιο τέλος 24.000 δρχ. Άνω των τεσσάρων τόνων, το ετήσιο τέλο ήταν 30.000 δρχ. 
Για πετρελαιοκίνητα φορτηγά ιδιωτικής χρήσης, τα παραπάνω τέλη ήταν αυξημένα κατά 20%, με εξαίρεση αυτά των μεταλλευτικών επιχειρήσεων (άρθρο 8, παρ. 2). 



Το ετήσιο τέλος για τα πετρελαιοκίνητα λεωφορεία έως 35 θέσεις (καθημένων ή ορθίων), ήταν 1.40 δρχ ανά διανυόμενο χιλιόμετρο. Για πετρελαιοκίνητα λεωφορεία με 36 έως 50 θέσεις, τέλος 1.70 δρχ. ανά χιλιόμετρο. Για τα λεωφορεία με 51 θέσεις και άνω, 2.20 δρχ ανά χιλιόμετρο. 
Σε περίπτωση που ο υπολογισμός των διανυθέντων χιλιομέτρων δεν ήταν εφικτός, ο νόμος όριζε ως ελάχιστη διανυθείσα απόσταση, τα 25.000 χλμ ετησίως (άρθρο 9, παρ. 2). 

Για τα ιδιωτικά λεωφορεία (εκπαιδευτηρίων, ξενοδοχείων, εταιρειών, νοσοκομείων κλπ) το ετήσιο πάγιο τέλος ορίστηκε στις 9.000 δραχμές. Σε περίπτωση που τα ιδιωτικά λεωφορεία ήταν πετρελαιοκίνητα, υπήρχε τριπλασιασμός του παραπάνω τέλους. 

Στο σύνολό του ο Α.Ν. 1233/1938, περιείχε 27 άρθρα. Εδώ γίνεται αναφορά μόνο στα κυριότερα σημεία που αφορούν την βασική φορολογία στα αυτοκίνητα όλων των κατηγοριών. Ο νόμος είχε ισχύ από την 1η Απριλίου 1938 (Φ.Ε.Κ. τεύχος Α' 192 - 18 Μαΐου 1938)






B.A
Έρευνα & αρχείο Hellenic Motor History ©

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου