Το 1974 ήταν μια δύσκολη χρονιά για την χώρα μας, με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στην πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ενώ μεσολάβησε η ελληνοτουρκική κρίση και η τραγωδία της Κύπρου. Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά τεταμένο κλίμα, η εγχώρια αγορά αυτοκινήτου υποχώρησε -27.7% με τις ταξινομήσεις σε 27.496 καινούργια επιβατικά έναντι 38.043 το 1973. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανακοπεί η ανοδική πορεία που παρουσίαζε σταθερά η ελληνική αγορά από το 1968. Μετά την διεξαγωγή των εκλογών στις 17 Νοεμβρίου 1974, τις πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά από μια δεκαετία, η χώρα επανήλθε στην... ομαλότητα. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επιστρέψει η αγορά σε τροχιά ανόδου το 1975. Όμως αυτή την φορά η αύξηση στις ταξινομήσεις νέων επιβατικών αυτοκινήτων ήταν εντυπωσιακή, εφόσον δεν ανακτήθηκε απλώς το χαμένο έδαφος αλλά σημειώθηκε ρεκόρ πωλήσεων και για πρώτη φορά στην Ελλάδα καταρρίφθηκε το όριο των πενήντα χιλιάδων μονάδων.
Το 1975 οι ταξινομήσεις στα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα ανήλθαν σε 50.807 μονάδες, άνοδος +84.8% έναντι του 1974 και +33.55% σε σχέση με το 1973. Παράλληλα υπήρξε αύξηση και στις πωλήσεις νέων ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων, με 21.909 μονάδες έναντι 16.864 την προηγούμενη χρονιά (+29.9%). Η έντονα ανοδική τάση έμοιαζε μάλλον "περίεργη" σε σχέση με την ελληνική αυτοκινητιστική πραγματικότητα της εποχής. Ήδη από τα προηγούμενα χρόνια το "κράτος" αντιμετώπιζε το ιδιωτικό αυτοκίνητο σαν είδος πολυτελείας με σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις. Τον Ιανουάριο του 1966 είχε επιβάλει αύξηση +30% στις εισφορές των νέων Ι.Χ αυτοκινήτων, με ανάλογη αύξηση στα τέλη κυκλοφορίας. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 το καθεστώς της χούντας αύξησε εκ νέου τις εισφορές, εφόσον το αυτοκίνητο αποτελούσε διαχρονικά την "ιερή αγελάδα" προς όφελος των κρατικών ταμείων και εις βάρος των αγοραστών και ιδιοκτητών Ι.Χ επιβατικών. Το 1973 μόνο από την εφάπαξ εισφορά στα καινούργια αυτοκίνητα το κράτος εισέπραξε... 1.260.000.000 δραχμές! Σε αυτά προσθέστε έσοδα από δασμούς,τέλη κυκλοφορίας, φόρο κατανάλωσης, φόρο καυσίμων, μεταβιβάσεις και άλλους φόρους και το αποτέλεσμα ήταν έσοδα πάνω από... τέσσερα δισεκατομμύρια δραχμές (4.132 δις)!!! Το 1974 η δικτατορία έφερε τον "εκδημοκρατισμό" στον φόρο πολυτελείας, που είχε επιβληθεί για πρώτη φορά το 1953 στα αυτοκίνητα εργοστασιακής αξίας άνω των $1.800 με επιβάρυνση 25%. Με την σταδιακή άνοδο στις εργοστασιακές τιμές των αυτοκινήτων, ο φόρος άρχισε να αγγίζει οχήματα σε μικρότερες κατηγορίες. Με το Νομοθετικό Διάταγμα 371/74 η χούντα επιχείρησε να εξορθολογήσει το καθεστώς, όμως αντί να καταργήσει πλήρως τον φόρο πολυτελείας στα φθηνότερα αυτοκίνητα περιορίστηκε στο να κάνει αναπροσαρμογή στο ποσοστό. Έτσι, ακόμα και τα αυτοκίνητα έως 1.200 cc πλήρωναν φόρο πολυτελείας 10%!
Tα βάσανα για τους καταναλωτές δεν σταμάτησαν εκεί, εφόσον από 1/1/1975 υπήρξε αύξηση 25% στα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης. Παράλληλα υπήρξε επιπλέον αύξηση στο εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος για τα καινούργια επιβατικά Ι.Χ. 'Ετσι, ένα μέσο επιβατικό αυτοκίνητο στους 8 φορ. ίππους έφτασε να επιβαρύνεται με εισφορά που άγγιζε ή ξεπερνούσε τις... 40.000 δραχμές και η τελική του τιμή ήταν δύο με τρεις φορές υψηλότερη σε σχέση με το 1968 (όταν η εισφορά του ήταν στις 19.500 δρχ). Κόντρα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, η ζήτηση για επιβατικά αυτοκίνητα γνώρισε πρωτόγνωρη άνοδο το 1975. Μια ενδεχόμενη εξήγηση είναι πως εκείνη την εποχή το Ι.Χ αυτοκίνητο άρχισε να αποτελεί την πλέον ελκυστική "επένδυση" χρημάτων για τον Έλληνα, με δεδομένη την κάλυψη άλλων βασικών αναγκών τα προηγούμενα χρόνια (στέγαση, οικιακός εξοπλισμός κλπ). Επιπλέον, παρά την άνοδο στον αριθμό κυκλοφορούντων οχημάτων, η χώρα μας διέθετε ακόμα χαμηλό ποσοστό ιδιοκτησίας ιδιωτικών αυτοκινήτων, με αναλογία ένα αυτοκίνητο ανά 20 κατοίκους. Ενδεικτικά, μια δεκαετία αργότερα η αναλογία είχε μειωθεί σε ένα αυτοκίνητο ανά 8.3 κατοίκους που παρέμενε η χαμηλότερη στην Δ. Ευρώπη (πλην Πορτογαλίας). Έως τα τέλη του 1975 κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα συνολικά 438.553 επιβατικά αυτοκίνητα, 198.148 φορτηγά και 13.352 λεωφορεία. Πρώτη σε πωλήσεις εταιρεία την ίδια χρονιά ήταν η Fiat με 7.820 μονάδες (15.4%), ενώ οι Seat, Toyota, Lada, Ford & Citroen ήταν μερικές από τις εταιρείες με σημαντική παρουσία στην εγχώρια αγορά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου