
To τελευταίο διάστημα πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν σχετικά με την εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ε.Ε και της Mercosur. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες εξέφρασαν έντονες διαφωνίες, που αφορούσαν στην ελεύθερη εισαγωγή αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από τις χώρες της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη). Όμως η συμφωνία περιλαμβάνει μια ευρεία γκάμα από προϊόντα και, μεταξύ άλλων, απελευθερώνει από δασμούς τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα που εξάγονται σε αυτές τις χώρες, που μέχρι σήμερα επιβαρύνονταν με δασμούς ως 35%. Οι "κακές γλώσσες" λένε πως αυτή η συμφωνία εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό την Γερμανία, που διαθέτει την μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία στην Ευρώπη. Όμως οι αγορές αυτοκινήτου της Mercosur διαθέτουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που έχουν διαμορφωθεί όλες τις προηγούμενες δεκαετίες στα πλαίσια πολιτικών έντονου προστατευτισμού προς όφελος των εγχώριων μονάδων παραγωγής. H Βραζιλία αποτελεί την μεγαλύτερη σε μέγεθος αγορά της Mercosur (και συνολικά της Ν. Αμερικής), με πληθυσμό περίπου 213 εκατομμύρια κατοίκους. Κατά συνέπεια διαθέτει και την μεγαλύτερη σε μέγεθος αγορά αυτοκινήτου στην Ν. Αμερική. Το 2025 οι πωλήσεις ελαφρών οχημάτων (επιβατικά και επαγγελματικά) ανήλθαν σε 2.552.201 μονάδες, κάτι που συνεπάγεται πως η αγορά αυτοκινήτου στην Βραζιλία μπορεί να θεωρηθεί ως "αναπτυσσόμενη" με σημαντικές προοπτικές ανόδου. Αυτό μπορεί υπό προϋποθέσεις να δημιουργήσει το κατάλληλο έδαφος ώστε ορισμένοι ευρωπαίοι κατασκευαστές να ενισχύσουν την παρουσία τους, ειδικά στις premium κατηγορίες. Αυτό ενδιαφέρει σίγουρα τους Γερμανούς, που κυριαρχούν σε αυτό το κομμάτι της αγοράς παγκοσμίως. Εταιρείες όπως οι Audi, BMW και Mercedes έχουν τεράστια περιθώρια βελτίωσης, εφόσον έως σήμερα η δυναμική τους ήταν περιορισμένη σε σχέση με τα μεγέθη της χώρας. Όμως με τις premium κατηγορίες φλερτάρουν και οι Γάλλοι (DS), που ήταν εξαρχής αντίθετοι στην συμφωνία. Το ίδιο συμβαίνει με τους Ιταλούς (Alfa Romeo) αλλά και τους Σουηδούς (Volvo).
Oι ευρωπαίοι κατασκευαστές δεν είναι φυσικά άγνωστοι στους Βραζιλιάνους, εφόσον έχουν πετύχει να εδραιωθούν ως βασικοί παίκτες μέσα από εγχώριες μονάδες παραγωγής αυτοκινήτων. Το 2025 κατασκευάστηκαν στην Βραζιλία συνολικά 2.644.054 οχήματα (+3.5%) και πραγματοποιήθηκαν εξαγωγές 528.827 μονάδων (+32.1%). Η Αργεντινή ήταν ο σημαντικότερος εξαγωγικός προορισμός, που έδωσε ώθηση στην αύξηση της παραγωγής εξαιτίας της ανάκαμψης που σημείωσε η εκεί αγορά. Οι εισαγωγές οχημάτων στην Βραζιλία ανήλθαν σε 497.765 μονάδες (+6.7%), σε μεγάλο ποσοστό με προέλευση από την Αργεντινή και την Κίνα. Οι εισαγωγές από την Γερμανία κινήθηκαν ανοδικά (+7.7%), όμως περιορίστηκαν σε συνολικά 26.930 μονάδες. Oι βάσεις για την παραγωγή αυτοκινήτων στην Βραζιλία τέθηκαν την δεκαετία του '50. Τον Απρίλιο του 1953 απαγορεύτηκε η εισαγωγή έτοιμων αυτοκινήτων στην χώρα, με δυνατότητα εισαγωγής μόνο υπό την μορφή CKD. Aυτό οδήγησε εταιρείες όπως η Volkswagen και η Mercedes-Benz να ανοίξουν τοπικές μονάδες συναρμολόγησης στο São Paulo. To αποφασιστικό βήμα έγινε από την κυβέρνηση του Juscelino Kubitschek, με την ίδρυση του Executive Group of Automobile Industry στις 16 Ιουνίου 1956. Σκοπός ήταν η ενίσχυση στην ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανίας, ενώ υπήρχε στόχος για χρήση μερών εγχώριας παραγωγής σε ποσοστό 90% για τα επαγγελματικά οχήματα και 95% για τα επιβατικά αυτοκίνητα, μέχρι το 1960. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αυξηθούν οι εταιρείες κατασκευής μηχανικών μερών και ανταλλακτικών από 250 σε 1.200. Mέχρι το 1962 οι διάφοροι κατασκευαστές αυτοκινήτου απασχολούσαν πάνω από 30.000 άτομα προσωπικό, με άλλα περίπου 30.000 άτομα στους διάφορους προμηθευτές. Η παραγωγή οχημάτων την ίδια χρονιά ξεπέρασε ελαφρώς τις 190.000 μονάδες, όμως τα επόμενα χρόνια παρέμεινε στάσιμη κάτω από αυτό το όριο. Η πολιτική αστάθεια δεν βοήθησε στην περαιτέρω εξέλιξη εκείνη την περίοδο, ενώ ακολούθησε το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 31 Μαρτίου 1964. Ως τότε η Volkswagen do Brasil είχε επεκταθεί και εξελίχθηκε στον ηγέτη της εγχώριας αγοράς. Ο σκαραβαίος (VW Beetle) αποδείχθηκε το κατάλληλο αυτοκίνητο χάρη στην προσιτή τιμή του, σε μια χώρα με χαμηλό μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα και μια μικρή σε αριθμό και με αργούς ρυθμούς ανερχόμενη μεσαία τάξη. Στις 18 Νοεμβρίου 1959 η Volkswagen εγκαινίασε το νέο εργοστάσιο στο São Bernardo do Campo του São Paulo και στην τελετή παρευρέθηκε ο Πρόεδρος Juscelino Kubitschek (στην φωτογραφία κάτω χαιρετάει τους εργαζόμενους όρθιος στο ανοιχτό Beetle).

Η στρατιωτική χούντα εφάρμοσε το ίδιο γενικό πλαίσιο σε σχέση με την αυτοκινητοβιομηχανία, που ακολούθησε ανοδική πορεία και ήταν ο τομέας που ηγήθηκε της οικονομικής ανάκαμψης της περιόδου 1968-1974. Εκείνη την εποχή η δομή στην αυτοκινητοβιομηχανία είχε αλλάξει, με τις μικρές και μεσαίες εταιρείες να έχουν μειωθεί και την αύξηση στο αριθμό εταιρειών υπό τον έλεγχο του ξένου κεφαλαίου. To 1967 η Ford ανέλαβε την διοίκηση του εργοστασίου της Willys-Overland και επέκτεινε τις δραστηριότητές της στα επιβατικά αυτοκίνητα, ενώ ως τότε η παρουσία της στην Βραζιλία είχε περιοριστεί στην παραγωγή ελαφρών και μεσαίων φορτηγών και σε σχετικά μικρούς αριθμούς. Το 1971 η παραγωγή οχημάτων ξεπέρασε για πρώτη φορά τις πεντακόσιες χιλιάδες μονάδες (516.964) και το 1978 έσπασε το φράγμα του ενός εκατομμυρίου (1.064.014). Εκείνη την εποχή ο πληθυσμός της Βραζιλίας προσέγγιζε τα 98 εκατομμύρια και η αγορά αυτοκινήτου βρισκόταν σε ανοδική τροχιά, όμως οι ταξινομήσεις νέων επιβατικών αυτοκινήτων ήταν ακόμα σε χαμηλά επίπεδα. To 1976 ξεκίνησε την παραγωγή αυτοκινήτων στην Βραζιλία η Fiat, στο νέο εργοστάσιο που δημιούργησε στην πόλη Batim της πολιτείας Minas Gerais. To πρώτο αυτοκίνητο που κατασκεύασε εκεί η ιταλική εταιρεία ήταν το Fiat 147, μια τοπική εκδοχή του 127. Το 1979 ξεκίνησε η παραγωγή αυτοκινήτων με καύσιμο την αιθανόλη (ή αλκοόλη), στα πλαίσια του προγράμματος που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση μετά την ενεργειακή κρίση του 1973, για την απεξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα. Η χρονική στιγμή ήταν ιδανική, εφόσον το 1979 είχε ήδη ξεσπάσει η δεύτερη ενεργειακή κρίση. Η Fiat ήταν πρώτη εταιρεία που διέθεσε τέτοια αυτοκίνητα στην αγορά της Βραζιλίας, ενώ από το 1983 η αιθανόλη ήταν το καύσιμο που κυριάρχησε. Φυσικά η αιθανόλη ήταν σημαντικά φθηνότερη από την βενζίνη. Το 1979 η αγορά επιβατικών αυτοκινήτων έφτασε στα υψηλότερα ως τότε επίπεδα, με συνολικά 832.669 μονάδες και υποχώρησε από την επόμενη χρονιά. Tην δεκαετία του '80 η ύφεση στην οικονομία είχε ως αποτέλεσμα η αγορά να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, κάτι που εν μέρει αντισταθμίστηκε από την αύξηση στις εξαγωγές οχημάτων. Tην δεκαετία του '90 το αγοραστικό κοινό άρχισε να στρέφεται ξανά στην βενζίνη, πλέον με τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου σε χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα υπήρξε απελευθέρωση των εισαγωγών το 1990, στα πλαίσια της οικονομικής μεταρρύθμισης του Προέδρου Fernando Collor (1990-1992). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την είσοδο νέων παικτών στην αγορά, όμως οι δασμοί στα εισαγόμενα αυτοκίνητα διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα (έως 85%). Η κυβέρνηση του Itamar Franco μείωσε τους δασμούς στο 20% τον Οκτώβριο του 1994 (στόχος που είχε τεθεί για το 2001), όμως τον Μάρτιο του 1995 η νέα κυβέρνηση του Fernando Henrique Cardoso ανέβασε τους δασμούς στο 70%. Επιπλέον τέθηκαν σε ισχύ ποσοστικοί περιορισμοί στις εισαγωγές και δόθηκαν κίνητρα για επενδύσεις (οι περιορισμοί εξαιρούσαν τις εισαγωγές από την Αργεντινή). Αργότερα οι εισαγωγικοί δασμοί περιορίστηκαν στο 35%. Το 2003 η αιθανόλη είχε μπει στο περιθώριο, όμως ήταν η χρονιά που έκαναν την εμφάνισή τους στην Βραζιλία τα αυτοκίνητα Flex-Fuel με δυνατότητα χρήσης βενζίνης και αιθανόλης σε οποιαδήποτε αναλογία. Η Volkswagen ήταν η πρώτη εταιρεία που διέθεσε αυτοκίνητα με κινητήρα διπλού καυσίμου στην Βραζιλία, τον Μάρτιο του 2003. Από το 2006 τα Flex-Fuel επιβατικά αυτοκίνητα κυριαρχούν στην εγχώρια αγορά.
To Fiat 147 ήταν το πρώτο μοντέλο που κατασκεύσε η ιταλική εταιρεία στην Βραζιλία το 1976 και το πρώτο της αγοράς με καύσιμο την αιθανόλη το 1979.
Σήμερα κατασκευαστές όπως η Fiat, η Volkswagen και η General Motors (Chevrolet) διατηρούν ισχυρή παρουσία στην Βραζίλία, ενώ ένα αξιόλογο ποσοστό διαθέτουν οι Toyota και Hyundai με αυτοκίνητα κυρίως εγχώριας παραγωγής. Εργοστάσιο διαθέτει από το 2001 και το PSA Groupe (Peugeot, Citroen), σήμερα μέλος του ομίλου Stellantis. Στον κατάλογο των κατασκευαστών με μονάδες στην Βραζιλία προστίθενται οι Renault, Honda, Audi, ΒΜW και φυσικά η Mercedes-Benz που δραστηριοποιείται από το 1953 στην κατασκευή φορτηγών. Στα επαγγελματικά οχήματα, μονάδες διαθέτουν επίσης οι DAF και Iveco. To 2025 το 74.4% των ταξινομήσεων ελαφρών οχημάτων αφορούσε μοντέλα τεχνολογίας Flex-Fuel, με συνολικά 1.897.593 μονάδες. Με κινητήρες Flex-Fuel είναι εφοδιασμένα και τα υβριδικά μοντέλα (π.χ Toyota Prius, Peugeot 208), που όμως το ποσοστό τους περιορίστηκε στο 4.3% με 109.819 μονάδες. Τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα ήταν επίσης σε χαμηλά επίπεδα το 2025, με ποσοστό 3.1% και 80.381 μονάδες (+30.4%). Ένα επιπλέον 3.7% και 95.237 μονάδες πέτυχαν τα plug-in υβριδικά, δηλαδή τα επαναφορτιζόμενα οχήματα πέτυχαν συνολικά 175.618 πωλήσεις. Η διείσδυση των κινέζων κατασκευαστών είναι σχετικά χαμηλή μέχρι στιγμής, με δεδομένο ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια ανόδου και ενώ η BYD έχει επιχειρήσει να κάνει επιθετική είσοδο στην βραζιλιάνικη αγορά ηλεκτρικών επιβατικών αυτοκινήτων. Η κινέζικη εταιρεία εμφανίστηκε στην Βραζιλία το 2015 με δημιουργία μονάδας παραγωγής ηλεκτρικών λεωφορείων. Το 2017 δημιούργησε δεύτερη μονάδα παραγωγής φωτοβολταϊκών μονάδων και το 2020 απέκτησε νέα μονάδα παραγωγής μπαταριών. To 2021 ξεκίνησε την διάθεση αυτοκινήτων μέσα από ένα δίκτυο αντιπροσώπων, που διευρύνει συνεχώς. H εγχώρια παραγωγή αποτελεί πάντως μονόδρομο για τους Κινέζους, εφόσον οι μηδενικοί δασμοί στις εισαγωγές ηλεκτρικών αυτοκινήτων έπαψαν να ισχύουν από τον Ιανουάριο του 2024 και μέχρι τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς αυξήθηκαν από 10% σε 18%. Η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε αύξηση των δασμών στο 35% ως τα μέσα του 2026. Προφανώς μετά την συμφωνία που υπόγραψε η E.E με τις χώρες της Mercosur, το παραπάνω δεν θα ισχύει για τους ευρωπαίους κατασκευαστές.
Όπως είναι φανερό, η μεγαλύτερη αγορά αυτοκινήτου της Mercosur έχει σημαντικές προοπτικές αλλά διαθέτει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι Ευρωπαίοι έχουν ήδη ισχυρή παρουσία στην Βραζιλία με μοντέλα εγχώριας παραγωγής, ειδικά σχεδιασμένα και εξελιγμένα για τις ανάγκες της τοπικής αγοράς. Οι εξαγωγές αυτοκινήτων από την Ευρώπη φαίνεται πιο ρεαλιστικό να επικεντρωθούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες οχημάτων, κυρίως ηλεκτρικά και πολυτελείας που τα ποσοστά τους είναι ακόμα σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Mε δεδομένο ότι και η αγορά στην Αργεντινή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, η συμφωνία πιθανότατα θα αυξήσει αρκετά την εξαγωγική δραστηριότητα των ευρωπαϊκών ομίλων, όμως δεν πρέπει να περιμένουμε ότι η άνοδος θα είναι θεαματική.
Β.Α
Hellenic Motor History © (2026)
Στοίχεία & πληροφορίες: ANFAVEA, VW do Brasil, BYD,