Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσιάσεις μοντέλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσιάσεις μοντέλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

H παρουσίαση του VW Jetta στην Ελλάδα (1980). To αυτοκίνητο που δεν συγκίνησε το αγοραστικό κοινό αλλά κέρδισε τους επαγγελματίες οδηγούς.

 


Στα μέσα της δεκαετίας του '70 η Volkswagen έφερε δυναμικά στο προσκήνιο τα μικρομεσαία hatchback με το Golf. H επιτυχία του συγκεκριμένου μοντέλου δεν άφηνε αμφιβολίες για την τάση που θα επικρατούσε τα επόμενα χρόνια, συνδυάζοντας σύγχρονη σχεδίαση και αυξημένη πρακτικότητα. Παρά το γεγονός ότι τα hatchback αυτοκίνητα κέρδιζαν συνεχώς έδαφoς, υπήρχε μια σημαντική μερίδα αγοραστών που συνέχισε να προτιμάει τα κλασικά sedan αμαξώματα. Η γερμανική φίρμα δεν μπορούσε να αγνοήσει το πιο "παραδοσιακό" αγοραστικό κοινό, ειδικά στην εμπορικότερη κατηγορία της Ευρώπης. Κατά συνέπεια, το καλοκαίρι του 1979 παρουσίασε το Volkswagen Jetta. Στην ουσία ήταν ένα Golf τριών όγκων, με κλασική γραμμή. Ήταν αναμενόμενο πως το νέο μοντέλο δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί το Golf σε πωλήσεις, πάντως το 1980 η παραγωγή του ανήλθε σε 176.063 μονάδες. Aπό τεχνικής άποψης ακολουθούσε την συνταγή του αδελφού μοντέλου (κίνηση στους εμπρούς τροχούς, αναρτήσεις κλπ) και το μεγάλο του συγκριτικό πλεονέκτημα ήταν ο σημαντικά μεγαλύτερος χώρος αποσκευών, με χωρητικότητα 630 λίτρα. 

Στην Ελλάδα το Volkswagen Jetta παρουσιάστηκε επίσημα από την " Kosmocar" στις 29 Απριλίου 1980. Ήταν διαθέσιμο με τον κινητήρα στα 1.100 cc και ονομαστική απόδοση 50 ίππους, ενώ υπήρχαν κατόπιν παραγγελίας οι εκδόσεις στα 1.300 cc (60 ps), 1.500 cc (70 ps) και στα 1.600 cc (110 ps). Όμως η αρχική τιμή του με το μικρότερο μοτέρ ήταν στις 691.918 δραχμές (1.1 GL), ενώ σύντομα ξεπέρασε κατά πολύ τις 700.000 δρχ. Η χρονική περίοδος που παρουσιάστηκε στο Jetta στην Ελλάδα δεν ήταν ιδανική. Είχε προηγηθεί ο διπλασιασμός στην φορολογία των επιβατικών αυτοκίνητων το προηγούμενο καλοκαίρι και η αγορά είχε "νεκρώσει", με το ενδιαφέρον να είναι ιδιαίτερα περιορισμένο. Επιπλέον η τιμή του δεν ήταν ακριβώς ανταγωνιστική, ειδικά απέναντι στον ιαπωνικό ανταγωνισμό, ενώ υπήρχαν και πιο δελεαστικές ευρωπαϊκές προτάσεις. Έτσι η ελληνική αντιπροσωπεία βρέθηκε με ένα αυτοκίνητο που θεωρητικά διέθετε τα προσόντα για μια αξιοπρεπή πορεία, όμως στην πράξη έμεινε ουσιαστικά στα αζήτητα. Την κατάσταση ήρθε να σώσει η... πετρελαιοκίνηση! Στα τέλη του 1980 η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε την άρση στην απαγόρευση της πετρελαιοκίνησης για τα επιβατικά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσης (ταξί/αγοραία). Η "Kosmocar" αντέδρασε άμεσα και ξεκίνησε την εισαγωγή και προώθηση του VW Jetta με τον κινητήρα diesel στα 1.600 cc (54 ps). Με αμάξωμα "μόλις" στα 4.19 μέτρα, ήταν ένα από τα πιο προσιτά ταξί της αγοράς και υποσχόταν ελάχιστη κατανάλωση 5.4 λίτρα στα 100 χλμ ή "9.3 δεκάρες το χιλιόμετρο" σύμφωνα με διαφήμιση της εποχής. Η "Kosmocar" έδινε 12 μήνες εγγύηση χωρίς όριο χιλιομέτρων και έξι χρόνια εγγύηση κατά της σκουριάς. Οι επαγγελματίες οδηγοί υποδέχθηκαν θετικά το "μικρό" Volkswagen σε μια εποχή που η ζήτηση για νέα πετρελαιοκίνητα ταξί εκτοξεύτηκε. Mέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα το Jetta πρώτης γενιάς έγινε μια από τις πλέον γνώριμες φιγούρες στους ελληνικούς δρόμους, αλλά αποκλειστικά με την επιγραφή "taxi" στην οροφή. Στο κομμάτι των ιδιωτικών πωλήσεων συνέχισε να περνάει απαρατήρητο μέχρι την αντικατάστασή του από την δεύτερη γενιά του μοντέλου, το φθινόπωρο του 1984. 



Καταχώρηση για το VW Jetta Diesel το φθινόπωρο του 1981. 




B.A
© Hellenic Motor History (2026)
Στοιχεία παραγωγής & τεχνικά χαρακτηριστικά: Volkswagen Group.



Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Το Audi A2 στην Ελλάδα (2000). Έντονη προσωπικότητα και τεχνολογία αλλά με... προδιαγεγραμμένη (;) την εμπορική αποτυχία.

 


Aμάξωμα εξ'ολοκλήρου από αλουμίνιο, χαμηλός αεροδυναμικός συντελεστής, καλή εκμετάλλευση χώρων, ξεχωριστή σχεδίαση, καλή οδική συμπεριφορά και ποιότητα κύλισης σε ένα συμπαγές σύνολο μήκους 3.83 μ. από έναν premium κατασκευαστή. Tα παραπάνω φαίνεται να αποτελούν συνταγή σίγουρης επιτυχίας, όμως στην πραγματικότητα τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Με αφορμή την επιστροφή του ονόματος "Α2" στην επικαιρότητα, λόγω της επερχόμενης παρουσίασης του νέου μικρού ηλεκτρικού της Audi, είναι ευκαιρία για μια σύντομη αναδρομή στην πορεία του αρχικού μοντέλου. Το Audi A2 παρουσιάστηκε επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1999 στην έκθεση αυτοκινήτου της Φρανκφούρτης (IAA). H παραγωγή του ξεκίνησε στα μέσα Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Η γερμανική φίρμα επέστρεφε στην μικρή κατηγορία σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την διακοπή παραγωγής του Audi 50 και ενώ είχε ξεκινήσει την διαδικασία του downsizing τρία χρόνια πριν, με το Audi A3. H εκτενής χρήση αλουμινίου είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί το βάρος του αυτοκινήτου στα 895 κιλά. Σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση έπαιξε η χρήση του "Audi Space Frame", ένα χωροδικτύωμα αποτελούμενο από αλουμινένιες δοκούς. Οι σχεδιαστές πέτυχαν βασικό αεροδυναμικό συντελεστή 0.28, μια εξαιρετική τιμή για αυτοκίνητο σε αυτήν την κατηγορία. Aπό άποψη κινητήρων τα πράγματα ήταν λιγότερο εντυπωσιακά, εφόσον ο βασικός κινητήρας βενζίνης ήταν ο γνωστός δεκαεξαβάλβιδος στα 1.400 cc του ομίλου VW, με απόδοση 75 ίππους. Ήταν και η έκδοση που παρουσίαζε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ελληνική αγορά. Το χαμηλό βάρος του μικρού Audi, επέτρεπε αξιοπρεπείς επιδόσεις. 

Η φιλοσοφία του Audi A2 το έθετε εκτός συναγωνισμού σε σχέση με τα παραδοσιακά supermini. Ουσιαστικά ο μοναδικός άμεσος αντίπαλος ήταν η Mercedes A-Class, που είχε εμφανιστεί στην χώρα μας στα τέλη του 1997. Σε αυτό συνέβαλε και η υψηλή τιμή αγοράς των δύο γερμανικών μοντέλων, που στην περίπτωση της Audi είχε να κάνει και με την χρήση αλουμινίου, με αποτέλεσμα το αυξημένο κόστος παραγωγής. Βέβαια το "πακέτο" περιλάμβανε πλούσιο εξοπλισμό ασφαλείας, με διάφορα ηλεκτρονικά βοηθήματα (ABS, ASR, ESP κ.α), ενώ διέθετε αρκετά καλύτερες επιδόσεις από το -βαρύτερο- Mercedes στα ίδια κυβικά. Το Audi παρουσιάστηκε στην χώρα μας περί τα μέσα του 2000. Όμως πόσοι Έλληνες ήταν διατεθειμένοι να δώσουν ένα σεβαστό ποσό για ένα μικρό 1400άρι αυτοκίνητο, έστω και αν είχε τέσσερις κύκλους ή ένα αστέρι στην μάσκα; Στην περίπτωση της Mercedes έγινε φανερό πως τα πράγματα ήταν πιο ελπιδοφόρα για το μικρό της μοντέλο και τα πρώτα χρόνια παρουσίασε ανοδικές τάσεις, παρά το γεγονός ότι ήδη στην αρχή της καριέρα της η τιμή της στην βασική έκδοση προσέγγιζε τα... επτά εκατομμύρια δραχμές (Α140 Classic)! Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση υπήρχε πλήρες πακέτο εξοπλισμού ασφαλείας, ένας τομέας που έδωσε μεγάλη έμφαση η Mercedes μετά το γνωστό φιάσκο στο τέστ ταράνδου. Φυσικά οι πωλήσεις της Α-Class στην χώρα μας παρέμειναν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα με απόλυτα κριτήρια, όμως για την κατηγορία του ήταν σίγουρα ικανοποιητικές. Το Audi είχε διαφορετική τύχη. Παρά το γεγονός ότι ήταν απόλυτα ανταγωνιστικό και σε ορισμένους τομείς καλύτερο από την μικρή Mercedes, το αγοραστικό κοινό έμεινε μάλλον αδιάφορο. To πρώτο πλήρες έτος διάθεσής του στην εγχώρια αγορά (2001), οι πωλήσεις του ανήλθαν σε μόλις 199 μονάδες ενώ η A-Class διέθεσε 849 μονάδες. Aυτή ήταν και η καλύτερη επίδοση που πέτυχε στην Ελλάδα ως το τέλος της καριέρας του, το 2005. Ανάλογη εικόνα υπήρξε και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ακόμα και στην γερμανική αγορά η σύγκριση με την A-Class ήταν συντριπτική. Ενδεικτικά, οι πωλήσεις της μικρής Mercedes το 2000 στην Γερμανία ήταν 94.751 μονάδες έναντι "μόλις" 10.045 του Audi A2. Την καλύτερη επίδοση στην Γερμανία είχε το 2001, με συνολικά 26.434 μονάδες ή το 0.8% σε σχέση με τις 87.742 και το 2.6% της A-Class. Μέχρι το καλοκαίρι του 2005 που σταμάτησε η παραγωγή του είχαν κατασκευαστεί συνολικά 176.377 μονάδες Audi A2. Η εταιρεία υπολόγιζε σε παραγωγή 60.000 μονάδων ετησίως. Η παραγωγή της πρώτης γενιάς A-Class ξεπέρασε το 1.1 εκ. μονάδες. Το φιλόδοξο εγχείρημα της Audi δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία και κατέληξε σε μια ζημιογόνα υπόθεση για την ίδια. 









B.A
 © Hellenic Motor History (2026)
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ 

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Η παρουσίαση του Seat Toledo στην Ελλάδα (1991). Η αναβάθμιση στην εικόνα της ισπανικής φίρμας, υπό τον έλεγχο της Volkswagen.




Στις αρχές της δεκαετίας του '80 η Seat έπαψε να είναι εξαρτημένη από την Fiat, στα αυτοκίνητα της οποίας βασίζονταν τα ισπανικά μοντέλα για περίπου τρεις δεκαετίες. Στην συνέχεια αποφάσισε να τραβήξει -αναγκαστικά- τον δικό της δρόμο, εφόσον ήταν οι Ιταλοί που διέκοψαν την μεταξύ τους συνεργασία. Σύντομα η Seat μπήκε στο στόχαστρο της Volkswagen. Έως τα τέλη του 1986 ο γερμανικός όμιλος είχε εξαγοράσει το 75% της Seat, ενώ στα τέλη του 1990 εξαγόρασε το υπόλοιπο 25%. Σε αυτό το διάστημα οι Ισπανοί είχαν περάσει ήδη στην νέα εποχή με την παρουσίαση των Seat Ibiza και Malaga, ενώ άρχισαν να επεκτείνουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα στις ευρωπαϊκές αγορές. Την δεκαετία του '70 και του '80 η Seat είχε γνωρίσει επιτυχία στην Ελλάδα με μοντέλα κυρίως μικρού κυβισμού (ως 1.200 cc), στην μικρή και μικρομεσαία κατηγορία. Υπό τον πλήρη έλεγχο της Volkswagen, η δεκαετία του '90 έφερε την αναδιοργάνωση στην δομή της εταιρείας, το νέο υπερσύγχρονο εργοστάσιο στο Martorell και την διεύρυνση της γκάμας με νέα μοντέλα. Έχοντας σημειώσει αξιόλογη πορεία στην Ευρώπη με το Ibiza, η Seat στόχευε πλέον στην μεγαλύτερη και πιο απαιτητική μεσαία κατηγορία. Αποτέλεσμα ήταν η παρουσίαση του Seat Toledo την άνοιξη του 1991. Ήταν ζήτημα χρόνου να εμφανιστεί και στην ελληνική αγορά, που θα είχε να δώσει μάχη απέναντι στον καθιερωμένο ανταγωνισμό στoυς 11 φορ. ίππους. Μέχρι τότε η Seat απουσίαζε από την συγκεκριμένη κατηγορία σε πολλές αγορές, αν και παλιότερα είχε κυκλοφορήσει ορισμένα ανάλογα μοντέλα για την ισπανική κυρίως αγορά και βέβαια αντίγραφα των αντίστοιχων Fiat (όπως το Seat 131). Ο βασικός κινητήρας ήταν στα 1.600 cc και είχε το μεγαλύτερο εμπορικό ενδιαφέρον στην χώρα μας. Βέβαια με απόδοση μόλις 72 ονομαστικούς ίππους στις 5.200 στρ/λεπτό, σίγουρα δεν απευθυνόταν σε όσους ενδιαφέρονταν για επιδόσεις. Πάντως προσέφερε καλούς χώρους για επιβάτες, μεγάλο χώρο αποσκευών, ασφαλή οδική συμπεριφορά και καλή ποιότητα κατασκευής σε ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμή. Στην πράξη δεν ήταν ένα κλασικό σεντάν αλλά διέθετε την πιο πρακτική πίσω πέμπτη πόρτα, μια λύση που αργότερα υιοθέτησε το "αδελφό" Skoda Octavia. Η ελληνική αντιπροσωπεία της Seat, "Τεχνοκάρ" ΑΒΕΕ, έκανε την επίσημη παρουσίαση του Seat Toledo στην χώρα μας την Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 1991, στο ξενοδοχείο Ledra Marriott. Στην εκδήλωση βρέθηκαν περί τους 65 αντιπροσώπους του δικτύου από όλη την Ελλάδα, που ενημερώθηκαν και για την στρατηγική πωλήσεων του νέου μοντέλου. Το Seat Toledo ήταν επιπλέον διαθέσιμο με τον κινητήρα στα 1.800 cc απόδοσης 90 ps στις 5.250 στρ/λεπτό. Υπήρχε όμως και η έκδοση 1.8 GT 16V με 128 ίππους στις 6.000 στρ/λεπτό. Με το συγκεκριμένο μοντέλο η "Τεχνοκάρ" ΑΒΕΕ εισήλθε για πρώτη φορά στην αγορά του ταξί και μάλιστα με αξιώσεις. Το Seat Toledo γνώρισε μεγάλη επιτυχία σαν... Δημοσίας Χρήσης, όμως για τους επαγγελματίες οδηγούς υπήρχε η έκδοση Turbo Diesel στα 1.900 cc, με 75 ίππους στις 4.400 στρ/λεπτό. Συνολικά η πορεία του τα πρώτα χρόνια μπορεί να κριθεί ως απλώς ικανοποιητική και σίγουρα δεν απείλησε το κατεστημένο. Επιπλέον, η πρώτη γενιά του μοντέλου έμεινε πολλά χρόνια στην αγορά χωρίς σημαντικές αλλαγές και σταδιακά η παρουσία του ατόνισε μέχρι την αντικατάστασή του, το 1999. 
 




 



B.A
 © Hellenic Motor History (2026)

 







Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Isuzu Gemini LJ. To ιαπωνικό μοντέλο που "ήρθε για να καταπλήξει" αλλά κατέληξε σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές αποτυχίες της ελληνικής αγοράς.

 


Toν Σεπτέμβριο του 1987 ένα νέο μικρομεσαίο οικογενειακό αυτοκίνητο παρουσιάστηκε στην Ελλάδα. Ήταν το Isuzu Gemini, που έκανε επίσημη πρεμιέρα στην 52η Διεθνή 'Εκθεση Θεσσλονίκης. Η ιαπωνική φίρμα ήταν γνωστή στην χώρα μας για τα επαγγελματικά της οχήματα, όμως η παρουσία της στα επιβατικά αυτοκίνητα ήταν ως τότε περιστασιακή και εξαιρετικά περιοριορισμένη. Η εισαγωγή του Gemini γινόταν από την "Μ. Ιωαννίδης" ΑΕΒΕ, που είχε αναλάβει την αποκλειστική αντιπροσωπεία της Isuzu για την Βορ. Ελλάδα την άνοιξη του 1981. Η έδρα της επιχείρησης ήταν επί της Βασ. Όλγας 136-138 στην Θεσσαλονίκη, με νέες εγκαταστάσεις για τα επιβατικά στο 8ο χλμ Εθν. Οδού Θεσσαλονίκης-Αθηνών. Τον κεντρικό συντονισμό της Isuzu εκείνη την εποχή στην Αττική είχε η "General Motors Hellas" ABEE στο Μαρούσι και στους επίσημους αντιπροσώπους ήταν η "ΕΛΦΙΝΚΟ" Α.Ε, η "Euromotor" AEBE και η "Π. Πετρόπουλος" ΑΕΒΕ. Όμως το παραπάνω δίκτυο αφορούσε τα επαγγελματικά οχήματα της φίρμας. Κατά συνέπεια, η "Μ. Ιωαννίδης" έπρεπε να αναπτύξει νέο δίκτυο πώλησης, service και ανταλλακτικών για τα επιβατικά μοντέλα σε πολλές περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων και η Αττική. To Isuzu Gemini LJ ήταν ένα τετράθυρο οικογενειακό με κινητήρα 1.300 cc με απόδοση 72 ίππους. Η κίνηση ήταν στους μπροστινούς τροχούς και η σχεδίαση ακολουθούσε τα τυπικά ιαπωνικά πρότυπα της εποχής. Αποτελούσε την ανανεωμένη έκδοση του Gemini FF που είχε παρουσιαστεί το 1985 και η επίσημη πρεμιέρα στην Ευρώπη έγινε τον Μάρτιο του 1987, στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Γενεύης. 

Το Isuzu Gemini διέθετε καλό εξοπλισμό για τα δεδομένα της εποχής και η τιμή του ήταν αρκετά ανταγωνιστική, όμως ο κυβισμός του το τοποθετούσε στην κλάση των 9 φορ. ίππων. Στην εγχώρια αγορά κυριαρχούσαν δύο μικρομεσαία μοντέλα στα 1.300 cc, το ελληνικής συναρμολόγησης Nissan Sunny και το Toyota Corolla. Δύο καθιερωμένα ιαπωνικά μοντέλα από εταιρείες με ευρύ δίκτυο διανομής και εξυπηρέτησης, ενώ ειδικά το "ελληνικό" Sunny είχε επιπλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην τιμή αγοράς. Το Isuzu Gemini είχε λοιπόν εξαρχής δύσκολο έργο και σίγουρα ήταν εκτός πραγματικότητας να ανταγωνιστεί στα ίσια το best seller Nissan Sunny, ενώ την ίδια εποχή έκανε την εμφάνισή της στην χώρα μας η νέα -έκτη- γενιά Corolla που αποδείχθηκε εξαιρετικά δημοφιλής. Μέχρι την άνοιξη του 1988 το δίκτυο πώλησης επιβατικών της Isuzu είχε επεκταθεί στις κυριότερες πόλεις της Ελλάδας, αλλά παρέμενε ανεπαρκές και είναι αμφίβολο αν υπήρξε σοβαρή υποστήριξη στην μεγαλύτερη αγορά της χώρας, δηλαδή στην Αττική. Η διαφημιστική προώθηση του μοντέλου ξεκίνησε με τον τίτλο: "Έρχεται για να καταπλήξει". Παρά την αρχική αισιοδοξία για μια αξιοπρεπή παρουσία του Gemini στην ελληνική αγορά, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. To 1988 οι συνολικές του πωλήσεις περιορίστηκαν σε μόλις... 130 μονάδες με ποσοστό 0.2%! To ποσοστό της Isuzu στα επιβατικά παρέμεινε αμετάβλητο και το 1989, με τις συνολικές πωλήσεις στις 152 μονάδες! Oι επιδόσεις αυτές καθιστούν το Isuzu Gemini ως μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές αποτυχίες στην ελληνική αγορά αυτοκινήτου. Στην χώρα μας η ιαπωνική θυγατρική της G.M περιορίστηκε τα επόμενα χρόνια στην αγορά των επαγγελματικών οχημάτων και ορισμένων εκτός δρόμου μοντέλων. 






B.A
Έρευνα © Hellenic Motor History (2026) 
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ
Αρχική φωτογραφία: 4Τροχοί

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Mάιος 1978. Η παρουσίαση της Alfa Romeo Giulietta στην ελληνική αγορά από την "ΜΟΤΟΡ ΕΛΛΑΣ" Α.Ε.

 


Τον Νοέμβριο του 1977 η Alfa Romeo παρουσίασε το νέο της μεσαίο οικογενειακό μοντέλο, την Giulietta. Σκοπός ήταν να αντικαταστήσει την αξιόλογη αλλά γερασμένη Nuova Super, που ήταν εξέλιξη της Giulia του... 1962! Εκείνη την εποχή η ιταλική φίρμα διέθετε μια ευρεία γκάμα από οικογενειακά και σπόρ μοντέλα, με βάση την μικρομεσαία Alfasud στα 1.200 cc και κοινό σημείο την σπορτίφ οδική συμπεριφορά και τις ζωηρές επιδόσεις. Στις μεγαλύτερες κατηγορίες δεν έλειπαν οι πινελιές πολυτέλειας. H Giulietta ήρθε να ανανεώσει την εικόνα της Alfa Romeo σε μια δύσκολη και απαιτητική κατηγορία, με έντονο ανταγωνισμό. Στην Ελλάδα ήταν διαθέσιμη από την άνοιξη του 1978 και η επίσημη παρουσίαση έγινε από την ελληνική αντιπροσωπεία στις 17 Μαΐου, σε εκδήλωση στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Την ιταλική εταιρεία εκπροσωπούσε στην χώρα μας η "ΜΟΤΟΡ ΕΛΛΑΣ" Α.Ε, με έδρα στην Λεωφ. Συγγρού 132. Η βασική έκδοση της Giulietta ήταν στα 1.300 cc και για την ακρίβεια είχε κυβισμό 1.357 cc που την τοποθετούσε στο άνω άκρο των 9 φορ. ίππων, με ονομαστική απόδοση 95 ίππους στις 6.000 στροφές ανά λεπτό. Υπήρχε ακόμα η έκδοση στα 1.600 cc (11 φορ. ίπποι), με απόδοση 109 ίππους στις 5.600 σ.α.λ. Η σχεδίαση ήταν σύγχρονη, με χαρακτηριστικό το ελαφρώς ανασηκωμένο πίσω μέρος που κατέληγε σε μια διακριτική αεροτομή. Την δική του προσωπικότητα είχε και το εσωτερικό, με το ιδιαίτερο στροφόμετρο του οποίου οι ενδείξεις είχαν την αντίθετη φορά από το ταχύμετρο. Η πρεμιέρα της Giulietta στην ελληνική αγορά συνέπεσε με την εμφάνιση άλλων σημαντικών νέων μοντέλων στην κατηγορία. Tην ίδια περίοδο παρουσιάστηκε η νέα γενιά του δημοφιλούς Fiat 131 (Supermirafiori), καθώς και το ολοκαίνουργιο Peugeot 305. Βέβαια η Alfa Romeo διέθετε εκ των πραγμάτων ένα πιο περιορισμένο κοινό συγκριτικά με τις πιο πάνω εταιρείες και σε μεγάλο βαθμό με την δική του ξεχωριστή φιλοσοφία. Επιπλέον, η Giulietta είχε ένα περισσότερο premium προφίλ που αντανακλούσε και στην τελική τιμή του αυτοκινήτου. 







Β.Α
Έρευνα © Hellenic Motor History (2026)

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Μάιος 1972. Πρεμιέρα για τα Ford Consul & Granada στην Ελλάδα. Tα πρώτα μοντέλα της Ford σε παρουσίαση από το κοινό δίκτυο αντιπροσώπων στην χώρα μας.

 


Το 1967 ιδρύθηκε η Ford Ευρώπης (Ford of Europe) με σκοπό την ενοποίηση της Ford Βρετανίας και Ford Δ. Γερμανίας, που ως τότε λειτουργούσαν ως ξεχωριστές οντότητες. Τα προϊόντα των δύο θυγατρικών ήταν διαθέσιμα στην χώρα μας μέσα από διαφορετικό δίκτυο, με επίσημο εισαγωγέα για τα βρετανικά μοντέλα την "Κοντέλλης" Α.Ε και αντίστοιχα για τα γερμανικά μοντέλα την "Στακόρ" Α.Ε. Την άνοιξη του 1971 οι δύο επιχειρήσεις ξεκίνησαν την πώληση του συνόλου της γκάμας των ευρωπαϊκών Ford, ανεξαρτήτως προέλευσης. Στα πλαίσια της συγχώνευσης των δύο κλάδων, σταδιακά υπήρξε κοινή εξέλιξη των μοντέλων για την ευρωπαϊκή αγορά. Αποτέλεσμα αυτής της φιλοσοφίας ήταν η παρουσίαση του μεγάλου Ford Consul/Granada την άνοιξη του 1972. Το νέο μοντέλο είχε σκοπό να αντικαταστήσει ταυτόχρονα τα βρετανικά Ford Zephyr και Zodiac αλλά και τα γερμανικά Taunus 17M/20M/26M. 

Στην Ελλάδα ήταν η πρώτη φορά που ένα μοντέλο της Ford παρουσιάστηκε επίσημα σε κοινή εκδήλωση των δύο αντιπροσώπων. Οι δημοσιογράφοι γνώρισαν τα Consul και Granada από τον Σπύρο Παντελεημονίτη και τον Ιωάννη Κορτέση, γενικοί διευθυντές της "Ι. Ε. Κοντέλλης" και "Στακόρ" αντίστοιχα. Ουσιαστικά ήταν το ίδιο αυτοκίνητο, όμως η  ονομασία Consul αφορούσε τις βασικές εκδόσεις ενώ το Granada ήταν περισσότερο πολυτελές και καλύτερα εξοπλισμένο. Η παρουσίαση τους στην χώρα μας έγινε στις 19 Μαΐου 1972, στο ξενοδοχείο Auberge στην Βαρυμπόμπη (Τατόϊ). Ο βασικός κινητήρας ήταν στα 1.700 cc V4, που είχε και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην εγχώρια αγορά, ενώ διέθετε ανεξάρτητη ανάρτηση και στους τέσσερις τροχούς και διπλό κύκλωμα  φρένων με δισκόφρενα εμπρός. Υπήρχε φυσικά δυνατότητα επιλογής σε μεγαλύτερους κινητήρες, στα 2.000, 2.300, 2.600 και 3.000 cc (V6).  Ήταν διαθέσιμο σε κλασικό τετράθυρο αμάξωμα, coupe και station wagon, ενώ στην περίπτωση του Granada η διαφημιστική καμπάνια ξεκίνησε με τον τίτλο: "Ο μεγάλος αντίπαλος". Το μήκος του αμαξώματος στην τετράθυρη έκδοση ήταν 4.57 μέτρα. Τα Consul & Granada ήταν η premium πρόταση της Ford σε μια απαιτητική κατηγορία στην Ευρώπη, όμως η πορεία του ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη (αργότερα η ονομασία Consul καταργήθηκε).  


Ford Consul Coupe.







Β.Α
Έρευνα © Hellenic Motor History (2026)



Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Φεβρουάριος 1979. Πρεμιέρα για την 2η γενιά του Audi 80 στην Ελλάδα.

 


 

Το Audi 80 ήταν η πρόταση της γερμανικής εταιρείας στα μεσαία οικογενειακά αυτοκίνητα και είχε παρουσιαστεί αρχικά καλοκαίρι του 1972. Η πρώτη γενιά του μοντέλου είχε κερδίσει τον τίτλο για το "Aυτοκίνητο της Χρονιάς" το 1973 και έκανε πρεμιέρα στην ελληνική αγορά τον Ιανουάριο του ίδιου έτους. Το φθινόπωρο του 1976 υπήρξε ένα εκτεταμένο facelift, όμως η βασική σχεδίαση παρέμεινε ίδια. Η δεύτερη γενιά Audi 80 παρουσιάστηκε επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1978 και η αναβάθμιση ήταν εμφανής σε όλα τα επίπεδα. Αυξημένες διαστάσεις μέσα και έξω, μεγαλύτερο μεταξόνιο και αμάξωμα περίπου 14 εκατοστά επιπλέον σε μήκος. Η σχεδίαση ακολουθούσε αυστηρές αλλά κομψές γραμμές δια χειρός Giorgetto Giugiaro, με τον οποίον είχε συνεργαστεί ο όμιλος VW-Audi και τα προηγούμενα χρόνια. Όπως και στην πρώτη γενιά, η μετάδοση της κίνησης γινόταν στους εμπρός τροχούς και ο βασικός κινητήρας ήταν στα 1.300 cc (9 φορ. ίπποι). Υπήρχε επιπλέον η έκδοση στα 1.600 cc (11 φόρ. ίπποι). Η επίσημη παρουσίαση του Audi 80 δεύτερης γενιάς στην Ελλάδα, έγινε στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 1979 σε εκδήλωση που πραγματοποίησε η "Kosmocar" Α.Ε στο ξενοδοχείο "Αστήρ" Βουλιαγμένης. Η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε αναλάβει την αντιπροσωπεία της Audi στην χώρα μας περίπου δύο χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1977. Ο μικρότερος κινητήρας είχε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ελληνική αγορά και απέδιδε 60 ίππους, με τελική ταχύτητα τα 148 χλμ/ώρα. Ο μεγαλύτερος κινητήρας είχε ονομαστική απόδοση 75 ίππους, με τελική ταχύτητα 160 χλμ/ώρα. Στις αρχές της δεκαετίας του '80 η "Kosmocar" είχε διαθέσιμο το Audi 80 με τον κινητήρα diesel για την αγορά του ταξί (1.600 cc), με αρκετή επιτυχία. Κατά την έναρξη πώλησης του Audi 80 στην Ελλάδα η τιμή του στην βασική έκδοση ήταν 499.356 δραχμές (80 L 1.3), ενώ η έκδοση GLS 1.6 κόστιζε 618.036 δραχμές. Υπήρχε δυνατότητα επιλογής και με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων. Oι τιμές αυτές είχαν σημαντική αύξηση μετά τον διπλασιασμό στην φορολογία των επιβατικών αυτοκινήτων λίγους μήνες μετά, στις 4 Ιουλίου 1979. Το ποσοστό της Audi στην ελληνική αγορά εκείνη την χρονιά ήταν στο 1.2%, με συνολικά 1.086 πωλήσεις (-5.0%). Η δεύτερη γενιά του Audi 80 βοήθησε ώστε η φίρμα να βελτιώσει το προφίλ της στην κατηγορία. 







Β.Α
Έρευνα & αρχείο: Hellenic Motor History © (2026)

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Toyota Paseo. Η άτυχη στιγμή της Toyota στην ελληνική (και ευρωπαϊκή) αγορά.

 


H κατηγορία των αυτοκινήτων coupe απευθύνεται σε ένα σχετικά περιορισμένο κοινό, το οποίο όμως διαθέτει ένα πιο δυναμικό προφίλ. Άνθρωποι που θέλουν να ξεχωρίζουν από την μάζα και ψάχνουν για ένα αυτοκίνητο με περισσότερο σπορτίφ προσανατολισμό σε σχεδίαση και οδηγικά χαρακτηριστικά. Αρκετοί κατασκευαστές διέθεταν ανάλογα coupe μοντέλα, που ήταν σχετικά προσιτά στην αγορά τους. Η Toyota είχε αφήσει έντονο το στίγμα της στην κατηγορία ήδη από την δεκαετία του '70, με το θρυλικό Celica. Όμως στην έκτη γενιά του μοντέλου (1994) το κόστος αγοράς είχε αυξηθεί αρκετά, ενώ πλέον ο βασικός κινητήρας ήταν στα 1.800 cc. Ειδικά στην χώρα μας, η αναβάθμιση στην γκάμα των κινητήρων είχε ως αποτέλεσμα την σημαντική επιβάρυνση στο κόστος κατοχής μιας Toyota Celica (τεκμήριο κλπ). Στις αρχές του 1996 η ιαπωνική εταιρεία αποφάσισε να παρουσιάσει στην Ευρώπη ένα μικρότερο σε διαστάσεις και πιο προσιτό coupe μοντέλο, το Toyota Paseo. Στην πραγματικότητα δεν ήταν ένα εντελώς νέο μοντέλο, αλλά η ανασχεδιασμένη έκδοση του αρχικού Toyota Cynos που ήταν διαθέσιμο στην ιαπωνική αγορά από το... 1991 και βασιζόταν στο Tercel. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε την άνοιξη του 1996 σε μια και μοναδική έκδοση, με 16βάλβιδο κινητήρα στα 1.497 cc (10 φορ. ίπποι) απόδοσης 90 hp. Στα θετικά στοιχεία ήταν το στάντρντ ABS και η ύπαρξη αερόσακου, ενώ οι επιδόσεις του Paseo ήταν παραπάνω από αξιοπρεπείς. Όμως η σχεδίαση ήταν άτολμη ενώ στο εσωτερικό μπορούσε να χαρακτηριστεί έως εντελώς αδιάφορη και συντηρητική, με αποτέλεσμα να χάνει σε "νεανικό" προφίλ. To Toyota Paseo δεν αποτελούσε βέβαια ένα καθαρόαιμο σπορ αυτοκίνητο, αλλά η συμπεριφορά του στον δρόμο δεν ενέπνεε σε υψηλούς ρυθμούς οδήγησης. Έτσι, παρά τα επιμέρους δυνατά στοιχεία του ιαπωνικού μοντέλου (απόδοση κινητήρα, κιβώτιο ταχυτήτων, φρένα), οι αδυναμίες της ανάρτησης έκαναν το σύνολο λιγότερο ακριβές και ισορροπημένο και, τελικά, το "πακέτο" έμοιαζε λιγότερο ελκυστικό σε σχέση με τον ανταγωνισμό, ειδικά αν λάβουμε υπόψη και την τιμή αγοράς. Eκείνη την εποχή το Toyota Paseo είχε απέναντί του προτάσεις όπως το Opel Tigra που τουλάχιστον παρουσίαζε μεγαλύτερο ενδιαφέρον σχεδιαστικά, αλλά και το νεότερο Hyundai Coupe 1.6 (1996). To κορεάτικο μοντέλο ήταν διαθέσιμο σε ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμή, χωρίς να υστερεί σε κινητήρα ή οδηγικά χαρακτηριστικά και διέθετε σχεδίαση με έντονη προσωπικότητα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προσελκύσει σημαντικό ποσοστό αγοραστών στην χώρα μας, αν και ήταν σε υψηλότερη φορολογική κλίμακα (11 φορ. ίπποι). Αντίθετα, το Paseo πέρασε μάλλον απαρατήρητο τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Μέσα στους πρώτους μήνες του 1998 το ιαπωνικό coupe είχε εξαφανιστεί από τους πίνακες της ελληνικής αντιπροσωπείας. Το 1997 ήταν το πρώτο (και μοναδικό) πλήρες έτος διάθεσής του στην εγχώρια αγορά, με τις πωλήσεις του στις 220 μονάδες. Να σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά η Hyundai πέτυχε να κατακτήσει σχεδόν το 40% της αγοράς στην "sport coupe" κατηγορία, με 1.367 πωλήσεις και θεαματική διαφορά από τους υπόλοιπους κατασκευαστές. Ενδεχομένως να υπήρχε η φιλοδοξία για σημαντικά υψηλότερα νούμερα από την Toyota Ελλάς ώστε το Paseo να αποτελέσει τον πρωταγωνιστή της κατηγορίας, σαν μια πιο προσιτή επιλογή με λίγη από την "λάμψη" της Celica και ισχυρό κίνητρο το δυνατό όνομα της φίρμας στην χώρα μας. Όμως το Paseo δεν ήταν σε καμία περίπτωση Celica και αποδείχθηκε ανίκανο να συγκινήσει το ελληνικό κοινό, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί αθόρυβα και άδοξα από την αγορά. 



B.A
 © Hellenic Motor History (2025)
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ 

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Ford Focus. Το επίσημο τέλος στην παραγωγή του δημοφιλούς μοντέλου. Η παρουσία του Focus στην ελληνική αγορά.

 


Την περασμένη Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2025, η Ford κατασκεύασε το τελευταίο δείγμα από το μικρομεσαίο μοντέλο της στο εργοστάσιο του Saarlouis στην Γερμανία. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, καθώς το Focus βρισκόταν στην παραγωγή τα τελευταία 27 χρόνια. Ο υπεύθυνος επικοινωνίας της Ford Ευρώπης, Volker Eis, δήλωσε: "Mπορώ να επιβεβαιώσω πως το τελευταίο Focus παρήχθη την Παρασκευή 14 Νοεμβρίου. Ήταν ένα λευκό πεντάθυρο hatchback." Περίπου δύο μήνες πριν, στις 26 Σεπτεμβρίου 2025, είχε βγεί από την γραμμή παραγωγής το τελευταίο Focus ST. Η εξέλιξη αυτή ίσως να μην προκαλεί έκπληξη, όμως το επίσημο τέλος του μοντέλου παραμένει δυσάρεστο. Το Focus είναι ακόμα ένα από τα μοντέλα που έχει καταργήσει η Ford τα τελευταία χρόνια. Το 2023 αποχαιρετήσαμε το πολύ αγαπητό Fiesta, ενώ είχε προηγηθεί το Mondeo ένα χρόνο νωρίτερα. Αυτή η στρατηγική αφήνει την Ford χωρίς αυτοκίνητα συμβατικού τύπου και η γκάμα της τώρα περιλαμβάνει μόνο SUV και επαγγελματικά οχήματα (με εξαίρεση το πιο "ειδικό" Mustang). Γιατί όμως η Ford "έκοψε" τόσα σημαντικά ονόματα; Άλλωστε οι πωλήσεις του Focus δεν ήταν απαγοητευτικές, παρά την πτώση που είχαν υποστεί. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στο βρετανικό περιοδικό CAR, ο CEO Jim Farley ουσιαστικά δήλωσε πως η εταιρεία δεν έβγαζε αρκετά χρήματα από αυτά τα μοντέλα. Τα περιθώρια κέρδους είχαν περιοριστεί σημαντικά ώστε να δικαιολογούν την περαιτέρω εξέλιξή τους, αν και παρέμεναν δημοφιλή σε ικανοποιητικό επίπεδο. Πάντως η τακτική της εταιρείας στην διαμόρφωση της γκάμας της δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχημένη ως τώρα. Το 2019 η Ford στη Ευρώπη κατείχε ποσοστό 6.1% και το 2024 είχε υποχωρήσει στο 3.3%. Το ποσοστό αυτό διατηρήθηκε αμετάβλητο έως τον Σεπτέμβριο του 2025, με τις πωλήσεις της Ford στάσιμες. Παραμένει αναπάντητο το ερώτημα στο πως η απουσία του Focus θα βοηθήσει την Ford στην Ευρώπη το αμέσως επόμενο διάστημα, ειδικά όταν ορισμένα από τα νεότερα SUV μοντέλα της δεν έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα ελκυστικά στο ευρύ κοινό. 



H πρώτη γενιά του Ford Focus παρουσιάστηκε στα μέσα του 1998, σε αντικατάσταση του επιτυχημένου αλλά αισθητά γερασμένου Escort. Το νέο μοντέλο έφερνε έναν νέο σχεδιαστικό αέρα στην εταιρεία και διέθετε αναβαθμισμένα οδηγικά χαρακτηριστικά. Ακόμα και η νέα ονομασία έκανε σαφές πως η Ford άφηνε πίσω το παρελθόν, ενώ το Focus κέρδισε τον τίτλο "Αυτοκίνητο της Χρονιάς" για το 1999. Στην Ελλάδα έκανε πρεμιέρα στα τέλη Νοεμβρίου 1998, αρχικά στην πεντάθυρη έκδοση και σύντομα ακολούθησε η τρίθυρη έκδοση. Ως την άνοιξη του 1999 είχε προστεθεί η τετράθυρη sedan έκδοση αλλά από την γκάμα δεν απουσίαζε και η station wagon εκδοχή. Στην χώρα μας το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν οι κινητήρες στα 1.400 cc (75 ps) και 1.600 cc (100 ps). H αποδοχή από το ελληνικό κοινό ήταν μάλλον χλιαρή και οι πωλήσεις του ήταν απλώς ικανοποιητικές την πρώτη διετία, ιδιαίτερα αν γίνει σύγκριση με το εξαιρετικά επιτυχημένο Opel Astra, το Toyota Corolla και το Volkswagen Golf. Όμως στην συνέχεια έγινε πιο ανταγωνιστικό και από το 2001 έκανε αισθητή την παρουσία του τόσο στην κατηγορία του όσο και στο σύνολο της αγοράς. Στις αρχές του 2005 ήταν ήδη διαθέσιμη στην εγχώρια αγορά η δεύτερη γενιά του μοντέλου. Σχεδιαστικά ήταν μια μετεξέλιξη του προκατόχου του, διατηρώντας τα κορυφαία οδηγικά χαρακτηριστικά και με αναβαθμισμένη ποιότητα υλικών και κατασκευής. Ήταν διαθέσιμο σε τρίθυρο και πεντάθυρο hatchback, τετράθυρο sedan και station wagon.Ενδιαφέρον είχε η προσθήκη του κινητήρα απόδοσης 115 ίππων στα 1.600 cc (Ti-VCT). Το όνομα Focus είχε εδραιωθεί ως τότε στην συνείδηση του αγοραστικού κοινού και το νέο μοντέλο έδειξε εξαρχής πως θα ήταν δύσκολος αντίπαλος. Αυτό αποδείχθηκε το 2006, που το Ford Focus έγινε το best seller στην Ελλάδα με 9.444 πωλήσεις. Εντός του 2008 ήταν διαθέσιμη η ανανεωμένη έκδοση του μοντέλου, με αισθητικές αλλαγές κυρίως στο εμπρός μέρος. Το 2009 οι πωλήσεις του Focus άρχισαν να υποχωρούν, όμως ως τότε είχε διαγράψει μια πολύ καλή εμπορική πορεία στην ελληνική αγορά. Η τρίτη γενιά Focus (2011) ακολούθησε μια διαφορετική σχεδιαστική φιλοσοφία ενώ ήταν διαθέσιμη και μια νέα γκάμα κινητήρων (π.χ 1.6 EcoBoost 150 ps), όμως είχε την ατυχία να παρουσιαστεί σε μια δύσκολη περίοδο για την εγχώρια αγορά αυτοκινήτου. Η οικονομική κρίση δεν άφηνε περιθώρια για αισιόδοξες προβλέψεις και κατά συνέπεια ήταν σχεδόν αδύνατο να εξαργυρώσει εμπορικά το "βαρύ" όνομα που κληρονόμησε από τις δύο προηγούμενες γενιές. Συνολικά το Ford Focus αποτέλεσε ένα από τα πιο επιτυχημένα μικρομεσαία οικογενειακά αυτοκίνητα στην Ευρώπη, για πάνω από δύο δεκαετίες. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Ford σχεδιάζει στο προσεχές μέλλον την παρουσίαση ενός μοντέλου που θα πάρει την θέση του Focus, αλλά πιθανότατα θα πρόκειται για κάποιο crossover/SUV και όχι για ένα "παραδοσιακό" hatchback. 


Η δεύτερη γενιά του Ford Focus ήταν το πρώτο σε πωλήσεις μοντέλο στην Ελλάδα το 2006.






Β.Α
Hellenic Motor History © (2025)
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ



Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Auto Moto '86. Η έκθεση αυτοκινήτου για πρώτη φορά στο Φάληρο. Οι πρεμιέρες νέων μοντέλων και τα 25 χρόνια της Νissan στην Ελλάδα.

 


Την δεκαετία του '80 η έκθεση Auto-Moto είχε καθιερωθεί ως η σημαντικότερη ελληνική διοργάνωση στον χώρο του αυτοκινήτου και της μοτοσυκλέτας. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να συγκριθεί με αντίστοιχες διοργανώσεις στο εξωτερικό, έδινε την ευκαιρία σε χιλιάδες κόσμου να έρθει σε επαφή με τις τεχνολογικές εξελίξεις και μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο για το αυτοκίνητο στην χώρα μας. Επιπλέον οι επισκέπτες είχαν την δυνατότητα να ενημερωθούν από πρώτο χέρι για διάφορα προϊόντα και αξεσουάρ γύρω από το αυτοκίνητο (ελαστικά, λιπαντικά, συστήματα ασφαλείας, ραδιοκασετόφωνα, ανταλλακτικά κ.α). Το 1986 ήταν η 11η χρονιά του θεσμού και έγινε στο διάστημα από 9 έως 18 Μαΐου. Ήταν όμως η πρώτη φορά που η Auto-Moto φιλοξενήθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στο Ν. Φάληρο. Τα δύο προηγούμενα χρόνια είχε γίνει στο Εκθεσιακό Κέντρο Αθηνών, επί της Λεωφ. Κηφισίας 124. Η Auto-Moto επιχειρούσε να δώσει λίγη λάμψη στην ζοφερή εικόνα που επικρατούσε στην ελληνική αγορά αυτοκινήτου. Ήδη στο πρώτο τρίμηνο του έτους ο μέσος όρος στις λιανικές τιμές είχε έντονα ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα την επιπλέον επιβάρυνση για το επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης στην χώρα μας. Το 1985 τα κρατικά έσοδα από την φορολογία στα καινούργια αυτοκίνητα (αλλά και μεταχειρισμένα εισαγωγής) ανήλθαν σε 66.4 δισεκατομμύρια δραχμές, χωρίς να υπολογίζουμε τις εισπράξεις από τα τέλη κυκλοφορίας (23.1 δισ) και τον φόρο καυσίμων (10 δισ.)! Αυτό το ποσό αντιστοιχούσε στο 6.5% των συνολικών φορολογικών εσόδων του δημοσίου και στο 9.2% των έμμεσων φόρων. Η υποτίμηση της δραχμής τον Οκτώβριο του 1985 έκανε ακόμα χειρότερα τα πράγματα, αναγκάζοντας σε περαιτέρω άνοδο τις εργοστασικές τιμές των κατασκευαστών. 

Στους πέντε πρώτους μήνες του 1986, έως και τον Μάιο που έγινε η Auto-Moto, οι ταξινομήσεις στα καινούργια επιβατικά ήταν μειωμένες κατά 20.9% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 1985. Η συγκυρία είχε ευνοήσει την Nissan λόγω της εγχώριας παραγωγής των οχημάτων της και βρέθηκε στην κορυφή με ποσοστό 19.4%, ενώ το προηγούμενο έτος ήταν στην δεύτερη θέση με ποσοστό 10.8%. Όμως η Nissan είχε και άλλη αφορμή να γιορτάζει στην Ελλάδα, εφόσον το 1986 συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την συνεργασία της ιαπωνικής φίρμας με την "Νικ. Ι. Θεοχαράκης" Α.Ε, που είχε αναλάβει την αντιπροσωπεία το 1961. Κατά την διάρκεια της Auto-Moto έγινε ειδική εκδήλωση για τα 25 χρόνια Nissan στην Ελλάδα, παρουσία δημοσιογράφων του αυτοκινητιστικού Τύπου. Στο περίπτερο της εταιρείας υπήρχε το εντυπωσιακό πρωτότυπο Nissan MID-4, ένα σπορ διθέσιο με κίνηση στους τέσσερις τροχούς και κινητήρα V6 3 λίτρων, 24 βαλβίδων. Αργότερα το MID-4 παραχωρήθηκε από την ελληνική αντιπροσωπεία στο περιοδικό 4Τροχοί, για αποκλειστική δοκιμή σε ευρωπαϊκό έδαφος (τ. 190, Ιούλιος 1986). Πάντως η Nissan δεν περιορίστηκε εκεί αλλά παρουσίασε για πρώτη φορά στo ελληνικό κοινό το επαγγελματικό τετρακίνητο King Cab pickup. Το συγκεκριμένο μοντέλο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην χώρα μας, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι η Nissan πρωταγωνιστούσε εκείνη την εποχή στην αγορά των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων. 


Nissan King Cab 4X4.


Εκπλήξεις είχαν και άλλοι κατασκευαστές που παρουσίασαν για πρώτη φορά τα νέα τους μοντέλα στην χώρα μας κατά την διάρκεια της 11ης Auto-Moto. Επίσημη πρεμιέρα έκανε το μικρομεσαίο οικογενειακό Peugeot 309,  με βασικό κινητήρα 1.118 cc (8 φορ. ίπποι) και δυνατότητα επιλογής στα 1.300 cc και 1.600 cc. Πρώτη παρουσίαση και για το Lada Samara, με σύγχρονη σχεδίαση, μπροστινή κίνηση, κινητήρα 1.300 cc και τρίθυρο αμάξωμα. Εκείνη την εποχή η σοβιετική φίρμα γνώριζε επιτυχία στην χώρα μας με το κλασικό τετράθυρο Lada 1200, που φυσικά δεν απουσίαζε από το περίπτερο της ελληνικής αντιπροσωπείας. Tο κοινό μπορούσε να δει και την station wagon εκδοχή του μοντέλου καθώς και το εκτός δρόμου Lada Niva. H Ford παρουσίασε στην χώρα μας το νέο Escort, που αποτελούσε ένα εκτενές facelift της προηγούμενης γενιάς και διέθετε εντελώς νέο εσωτερικό. Το όνομα Escort είχε διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία στην χώρα μας τα προηγούμενα χρόνια, όμως το 1986 η Ford βρισκόταν σε περίοδο ύφεσης. To ποσοστό της το πρώτο πεντάμηνο του έτους είχε υποχωρήσει στο 3.4% από 7.9% το ίδιο διάστημα του 1985. Πρώτη εμφάνιση στην Ελλάδα και για το μεγάλο Fiat Croma, που όμως είχε ακαδημαϊκό ενδιαφέρον στην εγχώρια αγορά λόγω υψηλού κόστους. Η ελληνική αντιπροσωπεία "Ν. Γ. Παπαϊωάννου" Α.Ε είχε πάντως διαθέσιμη μια νέα έκδοση με πλούσιο εξοπλισμό για το μεσαίο οικογενειακό της, το Fiat Regata Star. Ο κινητήρας ήταν ο γνωστός στα 1.116 cc, με αρχική τιμή 1.848.000 δραχμές. 

Στα πλαίσια της διοργάνωσης έγινε ανοιχτή συζήτηση με θέμα τα συσσωρευμένα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Ι.Χ αυτοκίνητο στην Ελλάδα καθώς και οι θετικές και αρνητικές επιπτώσεις του στην κοινωνική ζωή του τόπου μας. Κεντρικός ομιλητής ήταν ο γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων (ΣΕΑΑ) κ. Παύλος Λάσκαρις. Μεταξύ άλλων έγινε αναφορά στην έλλειψη δυνατότητας ανανέωσης του στόλου των αυτοκινήτων στην χώρα μας και στην αύξηση εισαγωγών στα μεταχειρισμένα. Ο κ. Λάσκαρις τόνισε την ανάγκη εξυγίανσης του εμπορικού κυκλώματος και να επιτραπεί η πώληση με δόσεις. Στην συζήτηση έλαβε επίσης μέρος ο καθηγητής της ΑΣΟΕΕ κ. Γ. Μπήτρου, που ανέλυσε της αρνητικές επιπτώσεις των διαφόρων επιβαρύνσεων στην ζήτηση για καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα. Πάντως, όσοι δεν είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν την Auto-Moto '86 δεν έπρεπε να ανησυχούν. Παρά το δυσμενές κλίμα στην αγορά αυτοκινήτου, υπήρξε και δεύτερη διοργάνωση μέσα στην χρονιά. Ήταν το 4ο Σαλόνι Αυτοκινήτου που έγινε στο Ολυμπιακό Στάδιο από τις 27 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1986. 
 


To Fiat Regata Star σε πρώτο πλάνο με φόντο το νέο Peugeot 309, στην 11η Auto-Moto στο Σ.Ε.Φ. 






B.A
 © Έρευνα:Hellenic Motor History (2025) 
Στοιχεία: ΣΕΑΑ
Φωτογραφία Nissan MID-4: Περιοδικό 4Τροχοί.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Fiat Albea. Το ξεχασμένο μικρό οικογενειακό που αποχώρησε άδοξα από την ελληνική αγορά.

 


H νέα χιλιετία μπήκε με καλές προοπτικές για την Fiat στην χώρα μας. Η ιταλική εταιρεία κατέκτησε την τρίτη θέση στην γενική κατάταξη των πωλήσεων για δύο συνεχόμενα έτη (2000-2001) και το Fiat Punto έσπαγε ταμεία, κερδίζοντας τον τίτλο του πιο επιτυχημένου supermini στην ελληνική αγορά. Υπήρχε επίσης το Seicento, ένα από τα πιο επιτυχημένα μικρά αυτοκίνητα πόλης εκείνη την εποχή. Το 2002 υπέστη πτώση και βρέθηκε στην πέμπτη θέση (κυρίως χάρη στην θεαματική άνοδο της Peugeot), όμως διατήρησε ένα καλό ποσοστό και τo Punto παρέμενε ασυναγώνιστο στην κατηγορία του. Το 2003 η ελληνική αντιπροσωπεία "Fiat Auto Hellas" αποφάσισε να εισάγει στην χώρα μας ένα νέο μοντέλο. Ήταν το μικρό οικογενειακό Fiat Albea με κλασικό τετράθυρο αμάξωμα και είχε ενταχθεί στην γκάμα της φίρμας από την άνοιξη του ίδιου έτους. Το Albea βασιζόταν στο πάτωμα του Fiat Palio, που προοριζόταν κυρίως για αναπτυσσόμενες αγορές και στόχευε στο αγοραστικό κοινό που έψαχνε για ένα αυτοκίνητο χαμηλού κόστους με επαρκείς χώρους. Την ίδια συνταγή ακολουθούσε με επιτυχία και η Hyundai με το Accent. Κατά την παρουσίασή του στην Ελλάδα, το Fiat Albea κόστιζε €10.499 στην βασική έκδοση EL με κινητήρα 16 βαλβίδων στα 1.242 cc και απόδοση 80 ίππους. Σε αυτά τα χρήματα διέθετε ικανοποιητικό στάνταρ εξοπλισμό για τα δεδομένα της εποχής, με αερόσακο οδηγού, κεντρικό κλείδωμα, ηλεκτρικά παράθυρα εμπρός και κλιματισμό. Στην έκδοση HL με τον ίδιο κινητήρα κόστιζε €10.999, με επιπλέον αερόσακο συνοδηγού, ηλεκτρικούς καθρέφτες και προβολείς ομίχλης. Όποιος επιθυμούσε, υπήρχε η δυνατότητα επιλογής ABS με κόστος €530. Για όσους έψαχναν κάτι πιο "ζωηρό" υπήρχε η έκδοση Albea 100 HL 16V, με κινητήρα 1.596 cc και 103 ίππους, στα €12.299! Oι τιμές αυτές ήταν εξαιρετικά ανταγωνιστικές, ενώ διέθετε και μεγάλο χώρο αποσκευών με χωρητικότητα 515 λίτρα. 

Το πακέτο έμοιαζε ιδιαίτερα ελκυστικό, με δεδομένο ότι ανάλογες προτάσεις άλλων κατασκευαστών γνώριζαν επιτυχία σε μεγαλύτερη τιμολογιακή κλίμακα (π.χ Seat Cordoba). Eπιπλέον η Fiat Credit Hellas προσέφερε ένα προνομιακό πακέτο χρηματοδότησης. Κατά συνέπεια, η κίνηση της ελληνικής αντιπροσωπείας έδειχνε να διαθέτει όλες τις προδιαγραφές ώστε να ενισχύσει σημαντικά την θέση της ιταλικής εταιρείας. Ήταν όμως το Fiat Albea ένα αυτοκίνητο που είχε νόημα η παρουσία του στην ελληνική αγορά εκείνη την εποχή;  Η ελληνική αντιπροσωπεία είχε επαναλάβει ανάλογη κίνηση στο παρελθόν, όταν ξεκίνησε να εισάγει το μικρό τετράθυρο Fiat Duna το 1987 (τότε ήταν η "Ν. Γ. Παπαϊωάννου" Α.Ε). Όμως εκείνη την περίοδο η ελληνική αγορά ήταν πολύ διαφορετική και η ύπαρξη ενός τέτοιου μοντέλου έμοιαζε απολύτως δικαιολογημένη, αν και δεν στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία. Το 2003 το εγχώριο αγοραστικό κοινό είχε μεγαλύτερη ευελιξία και δεν υπήρχε ανάγκη για μεγάλες παραχωρήσεις. Επιπλέον, η Hyundai είχε εδραιωθεί στο κομμάτι των αγοραστών που δεν ήθελαν ή δεν είχαν την δυνατότητα να διαθέσουν πολλά χρήματα για ένα οικογενειακό αυτοκίνητο. Αν κάποιος ήθελε οπωσδήποτε Fiat δύσκολα θα αγνοούσε το πολύ επιτυχημένο Punto, που με τον ίδιο κινητήρα και πεντάθυρο αμάξωμα κόστιζε λίγο ακριβότερα (€11.120) και το μοναδικό του μειονέκτημα έναντι του Albea ήταν ο μικρότερος χώρος αποσκευών. Ακόμα και αν ο αγοραστής ήθελε αυστηρά αυτοκίνητο με αμάξωμα τριών όγκων, το Albea "έδειχνε" την χαμηλή του τιμή σε επίπεδο ποιότητας, με αποτέλεσμα ο low budget ανταγωνισμός από την Ν. Κορέα να πείθει περισσότερο στην σχέση αξίας/τιμής. Αυτό πράγματι μεταφράστηκε σε χαμηλές πωλήσεις, που μάλλον απογοήτευσαν την "Fiat Auto Hellas". To 2003 οι ταξινομήσεις του Albea απλώς ξεπέρασαν ελαφρώς τις 600 μονάδες. Το πρώτο (και μοναδικό) πλήρες έτος διάθεσής του στην Ελλάδα, το 2004, πέτυχε μόλις 476 πωλήσεις ή το 2.7% των συνολικών πωλήσεων της Fiat. Σίγουρα δεν ήταν τα νούμερα που θα έδιναν την αναμενόμενη ώθηση και εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι το συγκεριμένο μοντέλο δεν έδωσε κανένα πλεονέκτημα στις επιδόσεις της ιταλικής εταιρείας. Ενδεικτικά, η Fiat το 2004 τερμάτισε στην έκτη θέση, την οποία θα κατακτούσε ακόμα και χωρίς την ύπαρξη του Albea. Ελάχιστα αυτοκίνητα διατέθηκαν ως τις αρχές του 2005, μέχρι που το μικρό sedan αποσύρθηκε αθόρυβα από την ελληνική αγορά. Να σημειωθεί πως μόνο την περίοδο 2003-2004 το μικρομεσαίο Fiat Stilo πέτυχε συνολικά 5.011 πωλήσεις έναντι 1.107 του Albea (η σύγκριση με το Punto δεν έχει καν νόημα). 


 


B.A
 © Hellenic Motor History (2025) 
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ



Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

Φθινόπωρο 1977. Η άφιξη του μικρού Ford Fiesta στην Ελλάδα (1η γενιά).

 


Στις αρχές της δεκαετίας του '70 η κατηγορία των μικρών αυτοκινήτων πόλης άρχισε να γίνεται δημοφιλής στην Ευρώπη. Μια σειρά από σύγχρονα σχεδιαστικά μοντέλα έκαναν σταδιακά την εμφάνισή τους, με τα Fiat 127 και Renault 5 να αποτελούν τα πρώτα σημαντικά δείγματα των "supermini". Τα αυτοκίνητα αυτά είχαν καλή εκμετάλλευση χώρων, ήταν πρακτικά και οικονομικά στην χρήση (κάτι σημαντικό μετά την ενεργειακή κρίση του 1973), με καλή οδική συμπεριφορά αλλά κατά κανόνα χωρίς ιδιαίτερες πολυτέλειες και με σπαρτιάτικο εξοπλισμό. Στην πορεία έκαναν την εμφάνισή τους αξιόλογα μοντέλα όπως το Peugeot 104, το Audi 50/VW Polo, αλλά και το ιαπωνικό Honda Civic. H Ford ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές στην Ευρώπη, αλλά για αρκετά χρόνια απουσίαζε από την ανερχόμενη κατηγορία. Όμως δεν είχε μείνει με σταυρωμένα χέρια, εφόσον ετοίμαζε ένα νέο supermini για να εισέλθει με αξιώσεις στην μάχη των "supermini". Έχοντας χρόνο ώστε να μελετήσει τον ανταγωνισμό, η Ford παρουσίασε ένα νέο αυτοκίνητο πόλης που μπορεί να μην έφερε την "επανάσταση", αλλά σίγουρα ήταν αρκετά ώριμο σχεδιαστικά, με καλή ποιότητα κατασκευής και αποτελούσε μια σύγχρονη πρόταση. To Ford Fiesta παρουσιάστηκε τo 1976 και υιοθέτησε την λύση της μπροστινής κίνησης με τον κινητήρα τοποθετημένο εγκάρσια. Ο βασικός κινητήρας ήταν στα 957 cc και ήταν διαθέσιμο αποκλειστικά σε τρίθυρο αμάξωμα, κάτι σύνηθες εκείνη την εποχή. Η παραγωγή του ξεκίνησε την ίδια χρονιά στο νέο εργοστάσιο της Ford στην Ισπανία (Valencia) και στην Μ. Βρετανία (Dagenham), αργότερα και στην Δ. Γερμανία. H βρετανική αγορά ήταν μια από τις πλέον σημαντικές για την Ford στην Ευρώπη και η διάθεση του νέου supermini ξεκίνησε επίσημα στις αρχές Φεβρουαρίου 1977. 

Iσχυρή παρουσία διέθετε η Ford και στην Ελλάδα, με ένα εκτενές δίκτυο αντιπροσώπων. Τα νέα μοντέλα της φίρμας συνήθως έκαναν την εμφάνισή τους στην εγχώρια αγορά σε σύντομο χρονικό διάστημα από την παρουσίασή τους στο εξωτερικό. Κατά συνέπεια, θα περίμενε κάποιος πως οι εξουσιοδοτημένοι εισαγωγείς της Ford θα κινούνταν άμεσα για την παρουσίαση ενός σημαντικού νέου μοντέλου, στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική κατηγορία των supermini. Όμως η άφιξη του Ford Fiesta έγινε με αρκετή καθυστέρηση στην χώρα μας, το φθινόπωρο του 1977! H προώθηση του μοντέλου ξεκίνησε συστηματικά τον Νοέμβριο, ενώ είχε προηγηθεί εκδήλωση των αντιπροσώπων της Ford για την παρουσίαση του Fiesta στους εκπροσώπους του Τύπου, που έγινε στο ξενοδοχείο Apollon Palace στο Καβούρι. Kατά την διάρκεια της εκδήλωσης προβλήθηκε ταινία σχετική με την διαδικασία κατασκευής του νέου μοντέλου. Είναι άγνωστο για ποιόν λόγο υπήρξε αυτή η σημαντική καθυστέρηση στην παρουσίαση του Ford Fiesta στην Ελλάδα. Αρχικά ήταν διαθέσιμο σε τέσσερα επίπεδα εξοπλισμού (Base, L, S, Ghia), με κινητήρες στα 957 και 1.117 cc. Αργότερα ήταν διαθέσιμος και ο κινητήρας στα 1.297 cc, αποκλειστικά στην έκδοση S. Στις πλουσιότερες εκδόσεις υπήρχε η δυνατότητα επιλογής για συρρόμενη ηλιοροφή. To Ford Fiesta έγινε ένα από τα αγαπημένα "μικρά" στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, ενισχύοντας τις πωλήσεις της φίρμας στην εγχώρια αγορά. Άλλωστε το Fiesta σημείωσε μεγάλη επιτυχία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, καθιερώνοντας την Ford ως έναν από τους βασικούς παίκτες στην μικρή κατηγορία. Η πρώτη γενιά του μοντέλου έμεινε στην παραγωγή μέχρι το καλοκαίρι του 1983. 

 




Β.Α
Έρευνα & αρχείο: Hellenic Motor History © (2025)

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Oκτώβριος 1975. Η "ΛΑΜΔΑ" Α.Ε παρουσίαζει τρία νέα μοντέλα Lancia στην ελληνική αγορά.

 


Το φθινόπωρο του 1975 τα δύο βασικά μοντέλα της Lancia στην ελληνική αγορά αφορούσαν την οικογενειακή Beta Berlina και το 2+2 Beta Coupe. Το ποσοστό της στην χώρα μας ήταν ικανοποιητικό και η ιταλική φίρμα απευθυνόταν σε ένα πιο "δυναμικό" κοινό, που εκτιμούσε τα οδηγικά χαρακτηριστικά και την φινέτσα των αυτοκινήτων Lancia. Την ίδια εποχή η ελληνική αντιπροσωπεία "ΛΑΜΔΑ" Α.Ε, παρουσίασε επίσημα στους εκπροσώπους του Τύπου τρία νέα μοντέλα. Στις 18 Οκτωβρίου 1975 "αποκαλύφθηκαν" στην χώρα μας οι Lancia Beta HPE, Lancia Beta Spider  και Lancia Beta Monte Carlo. 

H Lancia Beta HPE είχε το μεγαλύτερο εμπορικό ενδιαφέρον από τα τρία και η προώθησή του ήταν σχετικά έντονη για αυτοκίνητο της κατηγορίας του. Την εποχή που παρουσιάστηκε στην χώρα μας ήταν διαθέσιμη με κινητήρες στα 1.600 cc & 1.800 cc, με την αρχική τους τιμή στις 488.000 και 532.000 δραχμές αντίστοιχα. Ο κινητήρας στα 1.800 cc πολύ σύντομα αντικαταστάθηκε με τον μεγαλύτερο στα 2.000 cc και ήταν αυτή η έκδοση που τελικά προώθησε η "ΛΑΜΔΑ" Α.Ε ως την ακριβότερη εναλλακτική. Το σλόγκαν που χρησιμοποίησε η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν το "Πολυ-αυτοκίνητο", εφόσον η σχεδίαση του συνδύαζε τα σπορτίφ χαρακτηριστικά με στοιχεία πρακτικότητας, χάρη και στην μεγάλη τρίτη πόρτα που διέθετε. Τα αρχικά HPE σημαίνουν "High Performance Estate". 

Η Lancia Beta Spider βασιζόταν στην Beta Coupe, με αμάξωμα τύπου targa. Ήταν ένα μοντέλο σχετικά περιορισμένης παραγωγής, την οποία είχε αναλάβει ο οίκος Zagato. Oι διαθέσιμοι κινητήρες ήταν στα 1.600 cc & 1.800 cc, με την τιμή τους κατά την παρουσίαση στις 471.000 και 487.000 δραχμές. Και σε αυτή την περίπτωση ο κινητήρας στα 1.800 cc αντικαταστάθηκε αργότερα από τον μεγαλύτερο στα 2.000 cc. Η τρίτη αποκάλυψη της "ΛΑΜΔΑ" Α.Ε αφορούσε ένα περισσότερο εξειδικευμένο μοντέλο περιορισμένης παραγωγής. Την Lancia Beta Montecarlo! Ένα διθέσιο σχεδιασμένο από τον Pininfarina, με τον κινητήρα τοποθετημένο στο κέντρο. Hταν διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις, με coupe και targa αμάξωμα και την αρχική τιμή τους στις 644.000 και 677.000 δραχμές. Είναι εύλογο πως αυτά τα δύο μοντέλα δεν διεκδικούσαν υψηλές πωλήσεις, όμως ενίσχυαν το προφίλ της εταιρείας και επρόκειτο για μοντέλα με ξεχωριστή προσωπικότητα. Η "ΛΑΜΔΑ" Α.Ε μπορούσε άλλωστε να βασίζεται στην Βeta Berlina, που την ίδια περίοδο ήταν πλέον διαθέσιμη σε έκδοση 1.300 cc (αντί 1.400 cc της αρχικής έκδοσης), που της έδωσε επιπλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην εγχώρια αγορά. 


 



Lancia Beta Montecarlo (αργότερα γνωστή απλά ως Montecarlo). 








Β.Α
Έρευνα & αρχείο: Hellenic Motor History © (2025)



Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

Φεβρουάριος 1970. Πρεμιέρα για το Fiat 128 στην Ελλάδα. Το ιταλικό μικρομεσαίο οικογενειακό που έγινε ανάρπαστο στην χώρα μας.

 


Tην δεκαετία του '60 η Fiat διέθετε το "1100" στην νευραλγική κατηγορία των μικρομεσαίων οικογενειακών αυτοκινήτων. Το συγκεκριμένο μοντέλο γνώρισε επιτυχία, όμως ως τα τέλη της δεκαετίας έδειχνε έντονα τα χρόνια του. Tην άνοιξη του 1969 η ιταλική εταιρεία παρουσίασε τον αντικαταστάτη του, το Fiat 128. Το νέο μοντέλο ήταν ένα σύγχρονο σχεδιαστικά αυτοκίνητο, με καλή εκμετάλλευση χώρων για επιβάτες και αποσκευές. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, η Fiat ακολούθησε την αρχιτεκτονική με τον κινητήρα εγκάρσια τοποθετημένο και την μετάδοση της κίνησης στους μπροστινούς τροχούς. Η συνταγή αυτή δεν ήταν ο κανόνας εκείνη την εποχή, όμως είχε χρησιμοποιηθεί από ορισμένους κατασκευαστές, όπως η BMC με τα επιτυχημένα Austin & Morris 1100/1300. Όμως η Fiat εφάρμοσε διαφορετική διάταξη μεταξύ κινητήρα και κιβωτίου ταχυτήτων, που έδινε μεγαλύτερα περιθώρια ευρυχωρίας με μικρότερο κόστος (η λύση είχε δοκιμαστεί προηγουμένως στο Primula της Autobianchi, στην οποία η Fiat ήταν μέτοχος, όμως η παραγωγή του παρέμεινε σε σχετικά περιορισμένη κλίμακα). Νέος ήταν και ο κινητήρας σχεδιασμένος από τον μηχανικό Aurelio Lampredi, ένα συμπαγές και σύγχρονο μηχανικό σύνολο με κυβισμό 1.116 cc απόδοσης 55 ίππων. Αυτό στην χώρα μας τοποθετούσε το Fiat 128 στην σημαντική κατηγορία των 8 φορ. ίππων, που ήταν η πλέον δημοφιλής στην ελληνική αγορά. Επιπλέον, υπήρχε ανεξάρτηση ανάρτηση σε όλους τους τροχούς και διέθετε δίσκους εμπρός και ταμπούρα πίσω. 

Το Fiat 128 ήρθε στην χώρα μας τον Φεβουάριο του 1970 και η ελληνική αντιπροσωπεία ξεκίνησε επίσημα την εμπορική του προώθηση στο τελευταίο δεκαήμερο του ίδιου μήνα με σλόγκαν "το αυτοκίνητο που αλλάζει την ζωή", αν και υπήρξαν κάποια διαφημιστικά teaser από τις αρχές Φεβρουαρίου. Όπως φαίνεται στην παρακάτω καταχώρηση (η πρώτη που δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα για το 128), η τιμή του κατά την παρουσίασή του ήταν στις 84.000 δραχμές για την έκδοση δύο θυρών και 88.500 δραχμές για την τετράθυρη έκδοση. Το μεγαλύτερο Fiat 124 ήταν επίσης στην κατηγορία των 8 φορ. ίππων (1.196 cc), όμως η τιμή του προσέγγιζε τις 100.000 δραχμές. Παρά την επιτυχία του 124, η ύπαρξη ενός μικρότερου και πιο προσιτού μοντέλου ήταν σημαντική, εφόσον η ιταλική εταιρεία είχε και στην χώρα μας έντονο ανταγωνισμό στα μικρομεσαία οικογενειακά. Την εποχή που παρουσίαστηκε το Fiat 128 στην Ελλάδα, μοντέλα όπως το Ford Escort και το Opel Kadett σημείωναν μεγάλη επιτυχία στην εγχώρια αγορά. 

Το Fiat 128 κέρδισε τον τίτλο "Αυτοκίνητο της Χρονιάς" στην Ευρώπη για το 1970, η δεύτερη φορά που η ιταλική εταιρεία πέτυχε να διακριθεί στον θεσμό μετά το 1967 και την νίκη του Fiat 124. Όμως αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυνατός αντίπαλος στην χώρα μας και έδωσε σημαντική ώθηση στις πωλήσεις της ελληνικής αντιπροσωπείας, "Τρακτελλάς" Α.Ε. Συνολικά διέγραψε μια εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία στην Ελλάδα την δεκαετία του '70, προσφέροντας ένα σύγχρονο πακέτο σε ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμή. Κατά την διάρκεια της καριέρας του υπήρξαν διάφορες βελτιώσεις, καθώς και νέες εκδόσεις. Χαρακτηριστική ήταν η παρουσίαση του 128 Sport Coupe (1971), με βασικό κινητήρα 1.116 cc απόδοσης 64 ίππων. Από το 1970 στην γκάμα είχε προστεθεί η έκδοση "Familiare" με station αμάξωμα τριών θυρών, που ήταν ακριβότερη από την sedan εκδοχή. Επιγραμματικά, το Fiat 128 ήταν ένα από τα πρώτα κόμπακτ οικογενειακά αυτοκίνητα σύγχρονης φιλοσοφίας, με χαρακτηριστικά που τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν μαζικά οι υπόλοιποι κατασκευαστές. Γνώρισε εμπορική επιτυχία σε όλη την Ευρώπη, ενώ στην Δ. Γερμανία ήταν το δεύτερο σε πωλήσεις εισαγόμενο μοντέλο την περίοδο 1970-1973 (πίσω από το Renault 4). Στην Ελλάδα ενίσχυσε άμεσα την θέση της Fiat έναντι στον ανταγωνισμό και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κυριαρχήσει η ιταλική φίρμα στην εγχώρια αγορά την δεκαετία του '70. 



H πρώτη διαφημιστική καταχώρηση για το Fiat 128 στην χώρα μας, τον Φεβρουάριο του 1970. 







B.A
Αρχείο  © Hellenic Motor History (2025)

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2025

50 χρόνια VW Golf στην Ελλάδα. Φεβρουάριος 1975: τα πρώτα Golf έρχονται στην χώρα μας. Διαφημίσεις του θρυλικού μοντέλου από την δεκαετία του '70.

 


Σύγχρονη σχεδίαση δια χειρός Giorgetto Giugiaro, μπροστινή κίνηση με τον κινητήρα εγκάρσια τοποθετημένο εμπρός, επαρκείς χώροι από 3.7 μέτρα και αυξημένη πρακτικότητα χάρη στo hatchback αμάξωμα με την πίσω πόρτα. Η συνταγή δεν ήταν ακριβώς καινούργια, όμως το Volkswagen Golf την έφερε δυναμικά στο προσκήνιο, σε ένα ελκυστικό πακέτο. To μικρομεσαίο γερμανικό μοντέλο ξεκίνησε την καριέρα του τον Μάιο του 1974 και είχε το δύσκολο έργο να διατηρήσει όρθια την γερμανική εταιρεία, που εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε έντονες οικονομικές δυσκολίες. Η επιμονή της Volkswagen στον παρωχημένο σκαραβαίο την έφερε στο χείλος της καταστροφής και ήταν επιτακτική η ανάγκη εκσυγχρονισμού στην γκάμα των αυτοκινήτων της. Η αρχή έγινε το 1973 με το μεσαίο οικογενειακό Passat, όμως η παρουσίαση του Golf ήταν εξαιρετικά σημαντική, εφόσον ανήκε στην πλέον εμπορική κατηγορία της Ευρώπης. Τα μικρομεσαία οικογενειακά μοντέλα ήταν τα δημοφιλέστερα και στην Ελλάδα, κατά κανόνα με κινητήρες στα 1.100 ή 1.200 cc. Η βασική έκδοση του Golf κάλυπτε ακριβώς αυτό το κομμάτι της εγχώριας αγοράς, με τον κινητήρα 1.093 cc (8 φορ. ίπποι) ονομαστικής απόδοσης 50 ίππων. Το 1974 η Volkswagen είχε υποστεί στην χώρα μας σημαντικές απώλειες στις πωλήσεις επιβατικών αυτοκινήτων, κατά συνέπεια τα νέα μοντέλα είχαν να παίξουν σημαντικό ρόλο και στην εγχώρια αγορά. Η "Κosmocar" Α.Ε είχε αναλάβει την αντιπροσωπεία της Volkswagen στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1971 και είχε αναπτύξει έντονη δραστηριότητα στην προώθηση των επιβατικών και επαγγελματικών αυτοκινήτων της φίρμας, αλλά και στην ανάπτυξη ενός αξιόπιστου δικτύου πώλησης, διάθεσης ανταλλακτικών και συντήρησης των αυτοκινήτων της. 

Τα πρώτα Volkswagen Golf ήρθαν στην χώρα μας στο πρώτο δεκαπενθήμερο Φεβρουαρίου 1975 και στην συνέχεια παραδόθηκαν σε κατά τόπους αντιπροσώπους του δικτύου, από τις εγκαταστάσεις της "Kosmocar" στο Καπανδρίτι. Τις αμέσως επόμενες ημέρες ξεκίνησε η εμπορική προώθηση του νέου μοντέλου, με τίτλο "Ήρθε το Golf" και σλόγκαν "Golf - η συμπυκνωμένη πείρα της Φολκσβάγκεν". Την ίδια χρονιά κατέκτησε τον τίτλο του best seller στην Δ. Γερμανία, με 166.869 πωλήσεις. Στην χώρα μας η "Kosmocar" είχε πλέον διαθέσιμη μια σύγχρονη σειρά μοντέλων, με τα Golf, Scirocco και Passat (στα τέλη του έτους προστέθηκε το μικρότερο Polo) και η Volkswagen βελτίωσε αισθητά την εικόνα της σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Όμως είχε να διανύσει ακόμα απόσταση ώστε να γίνει ξανά πλήρως ανταγωνιστική. Το VW Golf έπαιξε καθοριστικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση και σταδιακά απέκτησε το κοινό του και στην Ελλάδα. Εκτός από την έκδοση στα 1.100 cc, υπήρχε η δυνατότητα επιλογής στα 1.500 cc (εναλλακτικά με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων), ενώ αργότερα ήταν διαθέσιμη στην ελληνική αγορά και η θρυλική έκδοση GTi στα 1.600 cc. Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από το ξεκίνημά του Golf στην εγχώρια αγορά. 


Απρίλιος 1975.

Μάρτιος 1975.

Οκτώβριος 1976.

Απρίλιος 1977.

Αύγουστος 1979.








B.A
Αρχείο  © Hellenic Motor History (2025)