Κυριακή 30 Απριλίου 2023
Η Standard-Triumph στην Ελλάδα. Η άνοδος και η επιτυχία στα 60s, η πτώση στα 70s και το τέλος της βρετανικής φίρμας στα 80s.
Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021
Τα κυκλοφορούντα οχήματα και οι εισαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων στην Ελλάδα το 1961
Το 1961 κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα συνολικά 129.148 οχήματα. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τα επιβατικά αυτοκίνητα, τα φορτηγά, τα λεωφορεία και τις μοτοσυκλέτες. Μια πενταετία νωρίτερα κυκλοφορούσαν 61.944 οχήματα, δηλαδή από το 1956 είχε σημειωθεί αύξηση κατά 108.5%. Από το σύνολο των οχημάτων τα 48.834 ήταν επιβατικά αυτοκίνητα, εκ των οποίων 42.139 αφορούσαν τα ιδιωτικής χρήσης. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως το 73.8% των Ι.Χ επιβατικών κυκλοφορούσε στην περιφέρεια πρωτευούσης, με συνολικά 31.082 αυτοκίνητα. Στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης αναλογούσε το 8.3% των Ι.Χ επιβατικών, με 3.498 αυτοκίνητα. Τα περισσότερα σπό τα κυκλοφορούντα επιβατικά αυτοκίνητα το 1961, ανήκαν στην κατηγορία των 10 φορ. ίππων (1.400-1.500 cc) με 12.998 μονάδες πανελλαδικά. Στην δεύτερη θέση ήταν τα αυτοκίνητα των 8 φορ. ίππων (1.100-1.200 cc) με 8.741 μονάδες. Οι υπόλοιπες κατηγορίες φορολογικής ισχύος ακολοθούσαν με σημαντική διαφορά. Τα επιβατικά αυτοκίνητα στους 11 φορ. ίππους (1.600 cc) ήταν στην τρίτη θέση με 3.871 μονάδες, ενώ κυκλοφορούσαν 3.358 αυτοκίνητα στους 6 φορ. ίππους (800-900 cc). Την πρώτη πεντάδα συμπλήρωνε η κατηγορία των 9 φορ. ίππων (1.300 cc) με 2.833 αυτοκίνητα. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η συντριπτική πλειοψηφία αφορούσε επιβατικά ιδιωτικής χρήσης. Τα δημόσιας χρήσης επιβατικά (ταξί-αγοραία) ανήκαν κατά κανόνα σε μεγαλύτερες κατηγορίες, με σημαντικό αριθμό σε φορολογική κλίμακα άνω των 20 φορ. ίππων και τα περισσότερα στους 25 φορ. ίππους (3.500-3.600 cc). Ο αριθμός οχημάτων -ανεξαρτήτως κατηγορίας- ήταν 15.39 ανά 1.000 κατοίκους το 1961, έναντι 7.71 ανά 1.000 κατοίκους του 1956.
Η Opel διέθετε τον μεγαλύτερο αριθμό επί των κυκλοφορούντων επιβατικών αυτοκινήτων στην χώρα μας, με 7.696 μονάδες. Η Ford ήταν στην 2η θέση, με 6.714 επιβατικά αυτοκίνητα. Τα πράγματα αντιστρέφονταν εάν προσθέσουμε τα κυκλοφορούντα φορτηγά και λεωφορεία. Σε αυτή την περίπτωση η Ford διέθετε τον μεγαλύτερο αριθμό οχημάτων στην Ελλάδα με 13.066 μονάδες, ενώ η Opel ήταν 2η με συνολικά 11.906 οχήματα. Με δεδομένο ότι η Mercedes-Benz διέθετε τον μεγαλύτερο αριθμό φορτηγών και λεωφορείων στην Ελλάδα, ήταν η 3η φίρμα σε συνολικό αριθμό κυκλοφορούντων οχημάτων στην χώρα μας, με 10.581 μονάδες. Αναλυτικότερα, κυκλοφορούσαν 7.178 φορτηγά, 2.746 επιβατικά και 657 λεωφορεία Mercedes-Benz στους ελληνικούς δρόμους. Το 1961 κυκλοφορούσαν συνολικά 40.030 φορτηγά στην Ελλάδα και επιπλέον 6.981 λεωφορεία.
Οι εισαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων το 1961 είχαν ανοδική πορεία, με περίπου 6.700 μονάδες. Να σημειωθεί ότι μετά τις αυξήσεις στην φορολογία των αυτοκινήτων το καλοκαίρι του 1958, oι εισαγωγές επιβατικών παρουσίασαν σημαντική πτώση το επόμενο έτος και η ζήτηση παρέμεινε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα και το 1960. Το μεγαλύτερο ποσοστό επί των εισαγωγών κατείχαν τα αυτοκίνητα από την Δυτική Ευρώπη (Κοινή Αγορά, Μ. Βρετανία, Σουηδία), που κάλυψαν περίπου το 90% της αγοράς.
Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021
Η αγορά αυτοκινήτου στην Αθήνα το 1965. To ρεκόρ πωλήσεων και η επικράτηση των γερμανικών αυτοκινήτων.
Το 1965 κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα 104.257 επιβατικά αυτοκίνητα. Από το σύνολο, τα 71.789 κυκλοφορούσαν στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 7 στα 10 αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας. Η αναλογία αυτή ουσιαστικά δεν διέφερε σε σχέση με τις ταξινομήσεις νέων αυτοκινήτων ανά την χώρα. Η Αθήνα λοιπόν κατείχε το μεγαλύτερο μερίδιο στις πωλήσεις καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων και διαμόρφωνε την εικόνα της αγοράς σε καθοριστικό βαθμό, εκείνη την εποχή.
Η ζήτηση για ιδιωτικά αυτοκίνητα όλο και μεγάλωνε στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι το Ι.Χ αποτελούσε ακόμα άπιαστο όνειρο για την μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ & του ΣΕΑΑ, το 1965 ταξινομήθηκαν στην χώρα μας 16.236 καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα. Το μέγεθος της ελληνικής αγοράς αυτοκινήτου συνέχιζε να είναι ιδιαίτερα περιορισμένο, κάτι που ήταν αποτέλεσμα της υψηλής φορολογίας σε συνδυασμό με τις μη ευνοϊκές συνθήκες απόκτησης ενός επιβατικού Ι.Χ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι με απόφαση της τότε κυβέρνησης, καταργήθηκε η πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων επιβατικών αυτοκινήτων με δόσεις, στις 17 Απριλίου 1965 . Την απόφαση αυτή ενέκρινε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία είχε εγκρίνει την πώληση με εξόφληση σε 20 μηνιαίες δόσεις το Νοέμβριο του 1964 (με την προϋπόθεση της προκαταβολής του 50% της συνολικής αξίας). Μετά την κοινοποίηση της απόφασης, εντός του Μαρτίου, αυξήθηκαν οι παραγγελίες νέων αυτοκινήτων, όμως στην συνέχεια οι πωλήσεις παρουσίασαν κάμψη. Παρόλα αυτά, στο δεύτερο εξάμηνο του έτους η αγορά κινήθηκε ανοδικά, τόσο στην πρωτεύουσα όσο και πανελλαδικά.
Η εγχώρια αγορά αυτοκινήτου, αν και μικρή σε μέγεθος, ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική. Πολλές από τις επιχειρήσεις του χώρου διέθεταν ισχυρό προφίλ με ιδιαίτερα δυναμική παρουσία και έντονη δραστηριότητα, παρά τις αντιξοότητες που υπήρχαν στην σκληρή ελληνική πραγματικότητα. Σημαντική ήταν η ύπαρξη μικρών και μικρομεσαίων μοντέλων στην γκάμα των εταιρειών, έως τους 8 φορ. ίππους, Δεν ήταν αδιάφορη και η κατηγορία των μεσαίων μοντέλων στους 10 & 11 φόρ. ίππους (1.500 & 1.600 cc).
Οι πωλήσεις των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων στην πρωτεύουσα, ανήλθαν το 1965 σε 10.597 μονάδες, έναντι 8.929 την προηγούμενη χρονιά (+18.7%). Πρώτα σε προτιμήσεις ήρθαν τα γερμανικά αυτοκίνητα, ενώ το 1964 βρέθηκαν στην δεύτερη θέση των συνολικών πωλήσεων, με μικρή διαφορά πίσω από τα βρετανικά. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και η σημαντική αύξηση στις πωλήσεις της Volkswagen, η οποία κατέλαβε την κορυφή της ελληνικής αγοράς. Η γερμανική φίρμα ήταν πλέον στην τρίτη θέση επί των κυκλοφορούντων επιβατικών αυτοκινήτων στην Ελλάδα, πίσω από τις Ford και Opel. To 1965 πέτυχε 1.296 πωλήσεις στην Αθήνα, έναντι 980 το 1964 (+32.2%). Αύξηση κατά 44.9% κατέγραψε και η Opel, με 529 μονάδες. Η επίδοση αυτή της χάρισε την έκτη θέση στην γενική κατάταξη, ενώ τον Οκτώβριο του ΄65 η "ΕΛΦΙΝΚΟ" Α.Ε παρουσίασε στην χώρα μας τη νέα γενιά του Opel Kadett και του μεγαλύτερου Opel Rekord. Δημοφιλής ήταν η Ford Werke, αλλά παρέμεινε περίπου στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο έτος, ενώ η BMW παρουσίασε μικρή αύξηση (328 πωλήσεις έναντι 309) που της επέτρεψε να διατηρήσει την δυναμική της πορεία στην Ελλάδα. Αύξηση στις πωλήσεις της πέτυχε και η NSU, με 142 μονάδες. Συνολικά διατέθηκαν 3.457 αυτοκίνητα από την Δυτ. Γερμανία στην Αθήνα, κατά το εξεταζόμενο έτος.
Στην δεύτερη θέση βρέθηκαν το 1965 τα βρετανικά αυτοκίνητα, με 3.146 μονάδες. Αν και έχασαν την πρωτιά που κατείχαν το 1964, οι πωλήσεις τους σημείωσαν μικρή άνοδο, ενώ σε απόλυτα νούμερα έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο επιτυχίας τους στην εγχώρια αγορά. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η δημοφιλέστερη βρετανική φίρμα ήταν η Ford UK του Κοντέλλη, η οποία είχε έρθει στην πρώτη θέση των πωλήσεων το 1964. Το 1965 αρκέστηκε στην δεύτερη θέση της κατάταξης, πίσω από την Volkswagen. Oι πωλήσεις της ήταν ελαφρώς μειωμένες, με 984 μονάδες, όμως η Cortina συνέχισε να αποτελεί ένα από τα best seller της ελληνικής αγοράς. Στο στρατόπεδο της British Motor Corporation (BMC), υπήρξαν απώλειες στις πωλήσεις των Austin και Morris, που όμως συνέχισαν να αποτελούν δυνατούς παίκτες στην εγχώρια αγορά. Oι δύο φίρμες ουσιαστικά διέθεταν στην γκάμα τους τα ίδια μοντέλα (Mini, 1100 κλπ) και ήταν διαθέσιμα μέσα από το δίκτυο των αδελφών Δούκα. Η Austin ήρθε στην ένατη θέση με 401 πωλήσεις από 485 το προηγούμενο έτος, ενώ με 311 πωλήσεις η Morris βρέθηκε στην ενδέκατη θέση, από την ένατη που ήταν το 1964. Οι MG & Wolseley ανήκαν επίσης στην BMC, όμως την εισαγωγή τους στην χώρα μας είχε αναλάβει η "ΔΑΜΑΡ" Α.Ε. Στην γκάμα τους υπήρχαν αναβαθμισμένες εκδόσεις μοντέλων των Austin/Morris, σε υψηλότερη κατηγορία τιμής. Η MG διέθετε βέβαια και τα γνωστά διθέσια σπορ μοντέλα. Και οι δύο εταιρείες κινήθηκαν ανοδικά και πέτυχαν ικανοποιητικές πωλήσεις το 1965, με την MG στις 181 μονάδες (από 135) και την Wolseley στις 116 μονάδες.
Σημαντική αύξηση πέτυχε η Triumph που εκτοξεύτηκε στην όγδοη θέση των πωλήσεων, με 411 μονάδες έναντι 190 το προηγούμενο έτος (+116.3%). Το Herald 1200 ήταν το μοναδικό προσιτό μοντέλο της εταιρείας, ενώ υπήρχε το μεγάλο και ακριβό "2000" καθώς και τα σπορ μοντέλα της, το Spitfire και το πολύ ακριβότερο TR4.
Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021
Η αγορά αυτοκινήτου στην Αθήνα το 1968. Τα κύρια χαρακτηριστικά της και οι πρωταγωνιστές στις πωλήσεις.
Ποια ήταν όμως τα χαρακτηριστικά στην εγχώρια αγορά αυτοκινήτου εκείνη την εποχή; Στον χώρο του αυτοκινήτου κυριαρχούσαν οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες για όλη την δεκαετία του '60. Οι Ιάπωνες είχαν κάνει νωρίς την εμφάνισή τους στην χώρα μας, συγκριτικά με τις περισσότερες άλλες χώρες της Ευρώπης, όμως η παρουσία τους ήταν ιδιαίτερα υποτονική τα πρώτα χρόνια. Σε αντίθεση με άλλους τομείς που τα ιαπωνικά προϊόντα ανέπτυξαν μεγάλη δυναμική σε σύντομο χρονικό διάστημα, στον χώρο του αυτοκινήτου η καθιέρωση στην εγχώρια αγορά ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ραδιοφώνων, όπου τα ιαπωνικά τρανζίστορ κυριάρχησαν χάρη στο χαμηλό κόστος. Είναι ενδεικτικό πως μετά το 1960 η ετήσια αύξηση στις εισαγωγές ραδιοφώνων από την Ιαπωνία στην χώρα μας, "έτρεχε" με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Στα αυτοκίνητα, σημείωθηκε μια ικανοποιητική αύξηση στις πωλήσεις το 1967, όμως ήταν το 1968 που έγινε σαφές πως οι Ιάπωνες μπορεί να αποτελέσουν έναν υπολογίσιμο αντίπαλο στο άμεσο μέλλον. Φυσικά οι δύο δημοφιλέστερες ιαπωνικές φίρμες ήταν η Datsun και η Toyota.
Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020
Τα σουηδικά αυτοκίνητα στην Ελλάδα. H πορεία της Volvo και της Saab στην εγχώρια αγορά.
Η Σουηδία έχει αφήσει το δικό της, ιδιαίτερο, στίγμα στην ιστορία του αυτοκινήτου. Η δυναμική παρουσία της σκανδιναβικής χώρας διεθνώς, έχει την υπογραφή από δύο ονόματα: Volvo & Saab.
Η πορεία της Volvo ξεκίνησε τυπικά το 1927, με την έναρξη παραγωγής του επιβατικού μοντέλου ÖV 4. Σύντομα η εταιρεία επεκτάθηκε στην κατασκευή φορτηγών ενώ το 1934 παρουσίασε το πρώτο της λεωφορείο. Τα επαγγελματικά οχήματα αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο για την Volvo και στην χώρα μας, όμως το συγκεκριμένο αφιέρωμα θα περιοριστεί στα επιβατικά αυτοκίνητα.
H Saab AB ιδρύθηκε το 1937 με σκοπό την παραγωγή μαχητικών αεροσκαφών. Μετά το τέλος του πολέμου το 1945, ξεκίνησε η εξέλιξη του πρώτου της αυτοκινήτου με την κωδική ονομασία "92". Το Saab μπήκε στην παραγωγή τον Δεκέμβριο του 1949. Το 1950 οι πωλήσεις του στην Σουηδία ανήλθαν σε 931 μονάδες, όμως οι επιδόσεις της εταιρείας βελτιώθηκαν αισθητά έως τα μέσα της δεκαετίας του '50. Kατά την διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι Volvo και Saab έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην εξαγωγή αυτοκινήτων στην απαιτητική αγορά των Η.Π.Α, που αργότερα αποτέλεσε τον σημαντικότερο εξαγωγικό τους προορισμό (και συνεχίζει στην περίπτωση της Volvo).
Η φήμη των σουηδικών αυτοκινήτων δεν άργησε να εξαπλωθεί σε όλον το κόσμο και, φυσικά, η χώρα μας δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Το όνομα της Volvo έγινε από νωρίς γνωστό στην Ελλάδα χάρη στα φορτηγά και τα λεωφορεία, η παρουσία των οποίων χρονολογείται πριν από τον πόλεμο. Βέβαια μεγάλη δυναμική ανέπτυξαν αμέσως μετά τον πόλεμο. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '40 ήταν διαθέσιμα από την "Σαρακάκης & Καλόμοιρος", με έδρα στην οδό Πατησίων 64. Το φθινόπωρο του 1955 η έδρα μεταφέρθηκε στην οδό Γ' Σεπτεμβρίου 43. Στο κομμάτι του επιβατικού αυτοκινήτου τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Η ίδια επιχείρηση είχε διαθέσιμο το Volvo PV444 από τις αρχές της δεκαετίας του '50. Όμως η παρουσία των επιβατικών της μοντέλων στην χώρα μας ήταν σχετικά περιορισμένη έως τα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Βελτίωση σημειώθηκε μετά το 1960 και ενώ είχε ήδη παρουσιαστεί το Volvo Amazon.
Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020
Ο νόμος 4288/63 περί διαρρυθμίσεως του πρόσθετου ειδικού τέλους και οι αυξήσεις στην εφάπαξ εισφορά το 1966.
To εφ'άπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος για τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης είχε καθοριστεί με το νόμο 3829/58, με σημαντικές αυξήσεις για τα αυτοκίνητα που ταξινομήθηκαν από τις 4 Αυγούστου 1958 και μετά. Την άνοιξη του 1963 δημοσιεύτηκε ο νόμος 4288 (ΦΕΚ 48, 26/6/1963), περί κυρώσεως της υπ'αριθ. 173/1962 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, σχετικά με την διαρρύθμιση στο εφ'άπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος για τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που έμπαιναν για πρώτη φορά σε κυκλοφορία στην Ελλάδα.
Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι το νομοθέτημα λαμβάνει υπόψη την εισήγηση του υπουργού των Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία το "φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου" δεχόταν πλήγμα από ορισμένα εργοστάσια αυτοκινήτων, τα οποία προέβαιναν σε τεχνητή μείωση των τιμών τους, μεταβάλλοντας τον βασικό εξοπλισμό των μοντέλων τους. Με αυτόν τον τρόπο, τα αυτοκίνητα αυτά υπάγονταν σε χαμηλότερα φορολογικά κλιμάκια, με αποτέλεσμα να ζημιώνεται το Δημόσιο. Επιπλέον έκρινε αναγκαία την διαρρύθμιση του τρόπου επιβολής του πρόσθετου ειδικού τέλους, με τρόπο τέτοιο ώστε αυτός να τοποθετηθεί επί "ασφαλεστέρων βάσεων" για τα μικρά αυτοκίνητα.
Έτσι, για τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που κυκλοφορούσαν για πρώτη φορά στην χώρα μας από την 1η Ιανουαρίου 1963, το εφ'άπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος ορίστηκε ως εξής. Για τα αυτοκίνητα με κινητήρα με κυλινδρισμό έως 1.200 κυβικά εκατοστά, το τέλος ανήλθε στις 15.000 δραχμές. Για τα αυτοκίνητα έως τα 2.500 κυβικά εκατοστά, το τέλος για κάθε κυβικό εκατοστό πέρα των 1.200 ανήλθε στις 15 δραχμές. Τα ποσά αυτά δεν ήταν αμελητέα, όμως το κράτος θέλοντας να εξασφαλίσει όλες τις περιπτώσεις στο μέγιστο δυνατό, προχώρησε σε συμπληρωματικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, στην πρώτη περίπτωση (έως 1.200 κ.εκ) το τέλος είχε προσαύξηση κατά 50% εάν η δασμολογητέα αξία του αυτοκινήτου ήταν ίση ή μεγαλύτερη των 60.000 δραχμών. Επιπλέον, υπήρχε προσαύξηση κατά 25% για αυτοκίνητα με "συμπτυσσομένην στέγην", δηλαδή τα cabriolet, ανεξαρτήτως κυβισμού.
Σε περίπτωση που ένα αυτοκίνητο είχε κινητήρα από 1.201 έως 2.500 κυβικά εκατοστά, κατά τους ανωτέρω υπολογισμούς το τέλος που προέκυπτε δεν μπορούσε να είναι μικρότερο από 25.000 δραχμές, αν η δασμολογητέα αξία ήταν ίση ή μεγαλύτερη των 36.000 δρχ. Αντίστοιχα το τέλος δεν μπορούσε να είναι μικρότερο από 40.000 δραχμές, για δασμολογητέα αξία ίση ή μεγαλύτερη των 60.000 δρχ. και μικρότερο από 55.000 δραχμές για δασμολογητέα αξία ίση ή μεγαλύτερη των 85.000 δρχ.
Για τα επιβατικά αυτοκίνητα με κινητήρα άνω των 2.500 κυβικών εκατοστών το τέλος ορίστηκε στις 40.000 δραχμές εάν η εργοστασιακή τιμή ήταν μέχρι 1.650 δολλάρια, στις 55.000 δραχμές με εργοστασιακή τιμή άνω των 1.650 και έως 2.250 δολλαρίων και στις 75.000 δραχμές εάν η εργοστασιακή αξία του αυτοκινήτου υπερέβαινε τα 2.250 δολλάρια.
Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020
Η πρώτη διαφήμιση της DAF στην Ελλάδα (1962).
Κυριακή 17 Μαΐου 2020
Πρώτο πεντάμηνο 1963: η Ford στην κορυφή της ελληνικής αγοράς
Σημαντική άνοδος στις πωλήσεις επιβατικών αυτοκινήτων σημείωσε η Ford στην Ελλάδα, κατά το 1963. Η αύξηση αφορούσε τα βρετανικά και γερμανικά μοντέλα, με αιχμή τα Consul Cortina και Taunus 12M αντίστοιχα. Ανήκαν στην δημοφιλή κατηγορία των 8 φορ. ίππων (1.200 κ.εκ) και είχαν παρουσιαστεί στην Ελλάδα περί τα τέλη του 1962, με διαφορά λίγων εβδομάδων.
Ειδικά το Consul Cortina έδωσε μεγάλη ώθηση στις πωλήσεις της Ford UK. Η δυναμική της Ford ήταν αισθητή από τις αρχές του έτους.
Είναι ενδεικτικές οι επιδόσεις της στο διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου 1963, σύμφωνα με τα στοιχεία για την αγορά της πρωτεύουσας το συγκεκριμένο διάστημα.
Συνολικά, η Ford κάλυψε το 14.8% στις ταξινομήσεις καινούργιων επιβατικών στην Αθήνα, με 421 μονάδες (+72.5%). Φυσικά, η εικόνα ήταν παρόμοια σε πανελλαδικό επίπεδο.
Η πιο πάνω καταχώρηση του Κοντέλλη, από τον Μάρτιο του '63, αναφέρει ότι η Cortina "αναστάτωσε" την ελληνική αγορά. Βέβαια δεν ήταν υπερβολή, εφόσον ήταν το best seller μοντέλο και αύξησε τις πωλήσεις της βρετανικής Ford κατά 141.6% στους πέντε πρώτους μήνες και 127.1% για όλο το 1963 (πάντα στην αγορά της πρωτεύουσας).
Για την ιστορία, την πρώτη τριάδα της γενικής κατάταξης στην μεγαλύτερη αγορά της χώρας, συμπλήρωσαν οι Fiat (372) και Volkswagen (277).
%2012.%201964%20-%201.%201967%20Prod.%2037409.jpg)























