Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Παλιά αυτοκίνητα. Νοσταλγία μετά την απόσυρση.



Στις αρχές του 1991 ξεκίνησαν τα κίνητρα για την αντικατάσταση των παλαιών αυτοκινήτων με καινούργια καταλυτικά. Το μέτρο αυτό ήταν απαραίτητο με δεδομένο ότι στην Ελλάδα κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα μεγάλης ηλικίας, ελλειπώς συντηρημένα, ρυπογόνα και χωρίς τις απαραίτητες προδιαγραφές ασφαλείας. 
Η γνωστή μας "απόσυρση" διήρκησε για δύο χρόνια και έβγαλε από την κυκλοφορία εκατοντάδες χιλιάδες "σαράβαλα", που κατέληξαν στην πρέσα. 
Πάντως πολλοί δεν ξέχασαν έτσι εύκολα το παλιό τους αυτοκίνητο, με το οποίο είχαν συμβιώσει για πολλά πολλά χρόνια. 

Με αυτή την διάθεση νοσταλγίας, το περιοδικό "Εικόνες" έκανε ένα αφιέρωμα στα παλιά αυτοκίνητα, έναν περίπου χρόνο μετά το τέλος της "απόσυρσης", στις 19 Ιανουαρίου 1994. Τίτλος: "Παλιά αυτοκίνητα. Νοσταλγία μετά την απόσυρση".
Το περιοδικό δημοσίευσε και φωτογραφίες από "σαραβαλάκια" τα οποία είχαν γλιτώσει από την απόσυρση και τα εντόπισε σε διάφορους δρόμους της Αθήνας. 


"Μεγαλώσαμε ζήσαμε και ταξιδέψαμε μαζί τους. Τα ταλαιπωρήσαμε και μας ταλαιπώρησαν, μερικές φορές: μας "έφαγαν" λεφτά, μας άφησαν ξεκρέμαστους σε κάποιες κρίσιμες στιγμές... Είχαν όμως προσωπικότητα κι ας μην ήταν παρά μόνο απλά, "οικογενειακά" αυτοκίνητα. Τα ξεχώριζες με την πρώτη ματιά ακόμα και με το αυτί, αν ήσουν αρκετά παθιασμένος με αυτά. Τελικά, τα "αποσύραμε" και τελείωσε η ιστορία. Τα νοσταλγεί κανείς άραγε, 
την ώρα που πατάει το κουμπί του συναγερμού στο καταλυτικό του... ;"

Με αυτή την εισαγωγή, το περιοδικό "Εικόνες" μας βάζει αμέσως στο κλίμα. 
Παρά την "απόσυρση" που είχε προηγηθεί, κάποια από τα παλιά μοντέλα μπορούσε κανείς να τα εντοπίσει ακόμα, έστω και σε μικρούς πλέον αριθμούς. 

Το περιοδικό γράφει χαρακτηριστικά: 
"Εμείς, πάντως, κάναμε μια βόλτα στους δρόμους της Αθήνας και φωτογραφίσαμε μερικούς από τους "τετράτροχους φίλους του ανθρώπου" που γλίτωσαν -ως πότε;- την απόσυρση και την πολτοποίηση. Όχι ότι είμαστε αμετανόητοι νοσταλγοί του παρελθόντος. Στο κάτω-κάτω, τα "καταλυτικά" μας είναι έτη φωτός μπροστά από πλευράς άνεσης, ασφάλειας, οικονομίας, επιδόσεων και σεβασμού προς το περιβάλλον...
.............

Αλλά, να, σκεφτήκαμε ότι αυτά εδώ τα αυτοκίνητα του '50 και του '60 με τους εξαψήφιους αριθμούς κυκλοφορίας, δεν θα τα ξαναδούμε -και κάπως μας κακοφάνηκε."   


Στις φωτογραφίες εικονίζονται κατά σειρά (από επάνω προς τα κάτω): Opel Rekord, Morris Minor, Opel Olympia, Fiat 600 (ή Ζastava 750), Austin A40. 
Στην αρχική φωτογραφία εικονίζεται ένα λευκό Peugeot 403, ενώ η φωτογραφία στο μέσον δείχνει ένα Fiat 1300. 

Τα κείμενα από το περιοδικό "Εικόνες" υπογράφει ο Τώνης Μόζερ, ενώ δικές του είναι και οι φωτογραφίες. 


Το Hellenic Motor History αναδημοσιεύει αποσπάσματα από τo ρεπορτάζ και μέρος των φωτογραφιών που το συνοδεύουν. 




Β.Α
  © Hellenic Motor History (2020) 





Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Η Isuzu στην ελληνική αγορά. H πορεία της ιαπωνικής φίρμας, που έγινε γνωστή για τα επαγγελματικά της οχήματα.





Τον Ιανουάριο του 1963, οι αδελφοί Μακριώτη παρουσίασαν στο ελληνικό κοινό τα επαγγελματικά οχήματα της Isuzu Motors (επάνω). Tα επόμενα χρόνια η παρουσία της ιαπωνικής εταιρείας στην Ελλάδα, αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τα ελαφρά φορτηγά. Ορισμένα από τα επιβατικά της μοντέλα ήρθαν στην Ελλάδα, όμως χωρίς επιτυχία. 

Oι αδελφοί Μαγκριώτη, Λεωνίδας και Αθανάσιος, είχαν αναλάβει την προηγούμενη χρονιά την αντιπροσωπεία της Prince Motors, μια από τις πρώτες ιαπωνικές φίρμες στην ελληνική αγορά. Οι ίδιοι έφεραν στην χώρα μας και τα μοτοποδήλατα της Bridgestone. Αργότερα ασχολήθηκαν με την επιχείρηση οι Πάρις και Αλκιβιάδης Μαγκριώτης, γιοί του Λεωνίδα Μαγκριώτη. 
H έδρα της επιχείρησης βρισκόταν αρχικά στην οδό Πατησίων 55 και αργότερα στην Λεωφ. Κηφισίας 100. Έως τα τέλη της δεκαετίας του '60 η παρουσία της Isuzu στην Ελλάδα ήταν περιορισμένη, με την πλειοψηφία των οχημάτων να είναι ελαφρά φορτηγά και λεωφορεία, ενώ είχαν διατεθεί και κάποια λίγα επιβατικά. Τα τελευταία αφορούσαν τα μοντέλα Bellett 1500 και Bellele 2000, στους 10 & 14 φορ. ίππους αντίστοιχα. H αγορά των ελαφρών φορτηγών άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία από τις αρχές τις δεκαετίας του '70. Σε αυτόν τον τομέα κυριαρχούσαν ήδη εταιρείες όπως η Datsun και η Toyota. 
Έως τα μέσα της δεκαετίας του '70 η θέση της Isuzu είχε βελτιωθεί αισθητά, όμως η απόσταση που την χώριζε από τον -ιαπωνικό- ανταγωνισμό ήταν μεγάλη. 
Αντιπροσωπεία ήταν πλέον η "ΕΛΛΗΝΟ-ΙΑΠΩΝΙΚΗ" Α.Ε (αργότερα Α.Ε.Β.Ε), που είχαν ιδρύσει οι αδελφοί Μαγκριώτη με έδρα στην Λεωφόρο Κηφισίας 274, στο Χαλάνδρι. Η επιχείρηση διέθετε υποκατάστημα στην οδό Καλλιρόης 69. Στην δημοφιλή κατηγορία των ημιφορτηγών (pickup) η Isuzu είχε διαθέσιμο το μοντέλο του 1 τόννου, "ΚΒ 20". Υπήρχαν ακόμα μοντέλα 2, 2.5 και 5 τόννων, με κινητήρες βενζίνης ή πετρελαίου. Την ίδια περίοδο η Isuzu ανήκε πλέον στον όμιλο της General Motors. Στα τέλη της δεκαετία του '70 η παρουσία της στην εγχώρια αγορά των επαγγελματικών οχημάτων ήταν αξιοπρεπής, χωρίς όμως να πρωταγωνιστεί. 


 



Στις αρχές της δεκαετίας του '80 την κεντρική αντιπροσωπεία της Isuzu ανέλαβε η "General Motors Hellas" ΑΒΕΕ, με έδρα στην Λεωφόρο Κηφισίας & Δελφών, στο Μαρούσι. Στο επίσημο δίκτυο των αντιπροσώπων συνέχισε να έχει δραστηριότητα η "ΕΛΛΗΝΟ-ΙΑΠΩΝΙΚΗ", ενώ σε αυτό προστέθηκε η "ΕΛΦΙΝΚΟ" Α.Ε. Η τελευταία έφερνε στην χώρα μας και το ελαφρύ φορτηγό Chevrolet LUV που ήταν μια παραλλαγή του Isuzu Pickup. Τον Μάρτιο του 1981 την αντιπροσωπεία των φορτηγών της Isuzu για την Βόρειο Ελλάδα, ανέλαβε η "Μ. Ιωαννίδης" Α.Ε.Β.Ε. Για την ακρίβεια, η νέα επιχείρηση είχε παρουσία στους νομούς Έβρου, Ροδόπης, Ξάνθης, Καβάλας, Δράμας, Σερρών, Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Κιλκίς, Πέλλας, Καστοριάς, Ημαθίας, Κοζάνης, Φλώρινας, Γρεβενών, Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, Άρτας, Τρικάλων, Καρδίτσας, Λάρισας και Μαγνησίας. Όμως οι δραστηριότητές της εκτείνονταν στην Κέρκυρα, την Λέσβο, την Χίο και την Σάμο. Η έδρα της βρισκόταν επί της Βασ. Όλγας 136, στην Θεσσαλονίκη. Το 1986 κυκλοφορούσαν στην χώρα μας λίγο πάνω από 18.000 φορτηγά Isuzu. O αριθμός δεν είναι ασήμαντος, όμως σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνεται με τα περίπου 83.500 επαγγελματικά Datsun-Nissan που υπήρχαν στους ελληνικούς δρόμους την ίδια εποχή, ενώ φυσικά δεν μπορεί να γίνει σύγκριση ούτε με την Toyota.
Γύρω στο καλοκαίρι του 1987 άρχισε στην Ελλάδα η διάθεση του επιβατικού Isuzu Gemini, από την "Μ. Ιωαννίδης" Α.Ε.Β.Ε . Το συγκεκριμένο μοντέλο ανήκε στην κατηγορία των 1.300 cc ή 9 φορ. ίππων, όμως από την αρχή φάνηκε πως δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας στην εγχώρια αγορά. Το πρώτο πλήρες έτος διάθεσής του στην Ελλάδα (1988), οι πωλήσεις του Gemini ανήλθαν σε μόλις 130 μονάδες. Ήταν το τελευταίο επιβατικό μοντέλο της Isuzu που εισήχθη επίσημα στην Ελλάδα και ήταν διαθέσιμο την περίοδο 1987-1990. Tην ίδια περίοδο στο επίσημο δίκτυο είχε προστεθεί η "Π. Πετρόπουλος" Α.Ε.Β.Ε . 



1987


Μετά από απουσία ετών η Isuzu επέστρεψε στην ελληνική αγορά περί το 2003, με την ανάληψη της επίσημης αντιπροσωπείας από την "Πέτρος Πετρόπουλος". Το 2004 οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 709 μονάδες, χάρη στο μοντέλο D-Max, με μερίδιο 3.2% στην αγορά των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων. Το 2005 κατέκτησε την 6η θέση στην γενική κατάταξη, με 1.278 πωλήσεις και 5.5%. Την επόμενη διετία διατήρησε την ανοδική της πορεία. Το 2007 ήρθε στην 5η θέση, με συνολικά 2.004 πωλήσεις και ποσοστό 8.2% . Εώς το 2010 οι πωλήσεις είχαν μειωθεί, ως συνέπεια της πτώσης της αγοράς, όμως την ίδια χρονιά ήρθε στην 4η θέση με ποσοστό 10%, το υψηλότερο έως σήμερα. Έκτοτε η Isuzu διατηρεί ικανοποιητικά ποσοστά στην εγχώρια αγορά. Το 2019 κατέκτησε το 3.0% των επαγγελματικών και ήρθε στην 10η θέση με 240 πωλήσεις. Σήμερα, εκτός από το ανανεωμένο D-Max, η "Πέτρος Πετρόπουλος" Α.Ε.Β.Ε διαθέτει τα μεγαλύτερα φορτηγά Isuzu N-Series καθώς και τα λεωφορεία της φίρμας. H έδρα της αντιπροσωπείας είναι στην Ιερά Οδό 96-104. 



Isuzu D-Max (1η γενιά).







B.A
Έρευνα & αρχείο © Hellenic Motor History (2020) 
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ  
Στοιχεία κυκλοφορούντων οχημάτων: ΕΛΣΤΑΤ



Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

H ελληνική αγορά αυτοκινήτου το πρώτο εξάμηνο του 2020



Μετά τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα που κινήθηκε η αγορά αυτοκίνητου το προηγούμενο τρίμηνο, ως αποτέλεσμα των δραστικών μέτρων έναντι της πανδημίας του COVID-19, τον Ιούνιο υπήρξαν τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης. 
Oι πωλήσεις καινούργιων επιβατικών ήταν μειωμένες σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα πέρσι, με τις απώλειες να "περιορίζονται" στο -37.2%. 
Οι ταξινομήσεις ανήλθαν στις 8.249 μονάδες έναντι 13.133 τον Ιούνιο του 2019. Δεδομένων των συνθηκών, το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. 

Στην πρώτη θέση των πωλήσεων βρέθηκε για ακόμα μια φορά η Toyota, με 1.029 μονάδες (12.5%). Η Peugeot ακολούθησε στην 2η θέση, με 849 μονάδες (10.3%), ενώ η Volkswagen κατέλαβε την 3η θέση με 710 μονάδες (8.6%). 
Tην πρώτη πεντάδα συμπλήρωσαν οι Hyundai και Nissan, με 605 και 568 μονάδες αντίστοιχα. Οι ίδιες εταιρείες, με αυτή την σειρά, διαμορφώνουν την κατάταξη της πρώτης πεντάδας για το πρώτο εξάμηνο. 


Στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου, η αγορά παρουσίασε πτώση κατά 44.2% με συνολικά 36.570 μονάδες έναντι 65.557 το πρώτο εξάμηνο πέρσι. Είναι πλέον σαφές ότι η αγορά αυτοκινήτου για το 2020 θα "κλείσει" σημαντικά κάτω από τις 100.000 μονάδες. 
Οι πωλήσεις καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων σημείωσαν πτώση κατά 60.7% τον Μάρτιο, 80.2% τον Απρίλιο και 67.5% τον Μάιο. Αναλυτικότερα, η είκονα της αγοράς σε μηνιαία βάση έχει ως εξής:




Όπως ήδη αναφερθεί πιο πάνω, στην κορυφή των πωλήσεων βρίσκεται η Toyota με συνολικά 5.357 μονάδες και ποσοστό 14.6% στο εξάμηνο. Η επίδοση αυτή δίνει στην ιαπωνική εταιρεία ένα ασφαλές προβάδισμα.  
Η Peugeot συνέχισε την δυναμική της πορεία, διατηρώντας την 2η θέση στην γενική κατάταξη του έτους, με 3.693 μονάδες (10.1%). Στην 3η θέση βρέθηκε η Volkswagen με 3.277 πωλήσεις (9.0%), ενώ με 2.677 μονάδες και 7.2% η Hyundai ήρθε στην 4η θέση. Η Nissan συμπλήρωσε την πρώτη πεντάδα, με 2.214 μονάδες (6.1%), όμως η Opel βρέθηκε να ακολουθεί με μικρή διαφορά πίσω της, με 2.155 μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι ενδεχομένως να υπάρξει σύντομα ανατροπή στην κατάταξη, με δεδομένη και την δυναμική που φαίνεται ότι διαθέτει το νέο Corsa. 

Αναλυτικότερα, οι πωλήσεις εξαμήνου είναι οι εξής:








B.A
 © Hellenic Motor History (2020) 
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ  
Πίνακες & Γράφημα: Hellenic Motor History


Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Η Rover στην ελληνική αγορά (1990-2005).




H βρετανική Rover είχε μια μακρόχρονη παρουσία στον χώρο του αυτοκινήτου. Η πορεία της χαρακτηρίστηκε από σημαντικές αναταράξεις, συγχωνεύσεις, εξαγορές και συνεργασίες, έως το οριστικό τέλος το 2005. 
Η εταιρεία σχεδίασε και κατασκεύασε μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά αυτοκίνητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, μεταξύ των οποίων τα Rover P5, P6 και SD1, ενώ δεν πρέπει να παραλείψουμε τα θρυλικά εκτός δρόμου Land Rover & Range Rover. Τα τελευταία είναι και τα μοναδικά που διατηρούν το όνομα "Rover" ζωντανό, πλέον μέσα από την θυγατρική Jaguar Land Rover Automotive PLC, του ινδικού ομίλου της Tata Motors.

Στην Ελλάδα, εισαγωγέας των αυτοκινήτων Rover την δεκαετία του '50 και του '60 ήταν ο Ιωάννης Φωστηρόπουλος. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 την αντιπροσωπεία είχαν αναλάβει οι αδελφοί Δούκα, γνωστοί και ως αντιπρόσωποι των δημοφιλών βρετανικών αυτοκινήτων Austin και Morris. Λίγο αργότερα, η αντιπροσωπεία πέρασε  στην "Κένταυρος" Α.Ε, παράλληλα με άλλες φίρμες της British Leyland, στην οποία η Rover ανήκε από το 1968. 
Το 1977 η επιχείρηση εξαγοράστηκε από τον Κωνσταντίνο Φωστηρόπουλο και το 1978 ανέλαβε την αντιπροσωπεία των αυτοκινήτων Jaguar, Daimler και Triumph, που επίσης ανήκαν στην British Leyland. Η έδρα της βρισκόταν στην Ιερά Οδό 131. 

Στις αρχές του 1985 η "Κένταυρος" Α.Ε συγχωνεύτηκε με την "BIAMAX" Α.Ε του Κωνσταντίνου Φωστηρόπουλου. Η τελευταία ανέλαβε την επίσημη αντιπροσωπεία της Austin και της Rover στην Ελλάδα.
Εκείνη την εποχή τα βρετανικά αυτοκίνητα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα στην ελληνική αγορά, με σχεδόν μηδενικά ποσοστά. Επιπλέον ο όμιλος της British Leyland είχε κρατικοποιηθεί το 1975 και στην συνέχεια πέρασε σε φάση αναδιοργάνωσης, μετά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε. Αρκετές φίρμες είχαν ήδη καταργηθεί (Morris, Triumph κ.α), ενώ στις αρχές της δεκαετίας του '80 δημιουργήθηκε το Austin Rover Group. Έμφαση δόθηκε στα αυτοκίνητα Austin, που στόχευαν στο mainstream κομμάτι της αγοράς, ενώ στην κατηγορία των premium μοντέλων τοποθετήθηκε -παραδοσιακά- η Rover. 

Mε δεδομένο ότι τα αυτοκίνητα της Rover διέθεταν μεγάλους σε κυβισμό κινητήρες, οι συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική αγορά δεν ευνοούσαν την εισαγωγή τους κατά την δεκαετία του '80. 
Η "ΒΙΑΜΑΧ" A.E επανέφερε δυναμικά στο προσκήνιο τα βρετανικά αυτοκίνητα, με τη νεότερη γενιά μοντέλων της Austin (Metro και Montego). Aπό την γκάμα της Rover το μόνο διαθέσιμο μοντέλο εκείνη την περίοδο (μετά το 1987), ήταν το "216" στην έκδοση Vitesse. To συγκεκριμένο μοντέλο, ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ Rover και Honda. Αποτελούσε μια ανασχεδιασμένη και περισσότερο πολυτελή εκδοχή του μικρομεσαίου Honda Ballade. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε και έκδοση με τον κινητήρα των 1.342 cc της Honda, η "BIAMAX" επέλεξε να εισάγει αποκλειστικά την "γρήγορη" και πιο πλούσια έκδοση, με τον κινητήρα των 1.598 cc της Rover. Η τιμή του ήταν σίγουρα "αλμυρή" όμως δεν φάνηκε να συγκινεί το αγοραστικό κοινό της κατηγορίας, ούτε σε σχέση με ακριβότερα μοντέλα. 


Έως τα τέλη της δεκαετίας του '80 η εταιρεία βρέθηκε για ακόμα μια φορά σε φάση αναδιοργάνωσης. Μετά την εξαγορά της από την British Aerospace το 1988 και την απόσυρση του ονόματος "Austin", η ονομασία "Rover" συνόδευε πλέον όλα τα μοντέλα. Η νέα γενιά της σειράς "200" ήταν διαθέσιμη στην χώρα μας μέσα στο 1990, στις καταλυτικές εκδόσεις με τους κινητήρες στα 1.400 και 1.600 cc και 5θυρο αμάξωμα. Σύντομα την γκάμα συμπλήρωσε η σειρά "400" που δεν ήταν τίποτε άλλο από την 4θυρη εκδοχή της σειράς "200". Tα μοντέλα αυτά ήταν εξελιγμένα σε συνεργασία με την Honda. Διαθέσιμη ήταν και η μικρότερη σειρά "100", η σχεδιαστική εξέλιξη του Austin Metro. 
Ήταν σαφές εξαρχής πως η Rover είχε ως στόχο να τοποθετηθεί στο premium κομμάτι της αγοράς, εφόσον η τιμολογιακή πολιτική των "200"/"400" ξέφευγε αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της κατηγορίας. 
Το νέο ξεκίνημα της εταιρείας στην χώρα μας έγινε δειλά στα μέσα του 1990. Οι πωλήσεις έφτασαν σε ικανοποιητικά επίπεδα από τον Οκτώβριο, ενώ συνολικά ανήλθαν σε 1.017 μονάδες εκείνη τη χρονιά (0.9%). Να σημειωθεί ότι η "BIAMAX" διέθεσε επιπλέον 489 μονάδες από την παλιά σειρά μοντέλων, της πρώην Austin. 


Δεκέμβριος 1990.

Με τα οικονομικά κίνητρα για την απόσυρση των παλαιών αυτοκινήτων, την περίοδο 1991-1992 οι τιμές της Rover έγιναν πιο "ελκυστικές" και τα μικρομεσαία μοντέλα πέτυχαν ικανοποιητικές πωλήσεις. 
Το 1991 το μερίδιο της ανήλθε στο 2.6% με 4.377 μονάδες και κατέλαβε την 18η θέση της γενικής κατάταξης. 
Το 1992 πέτυχε αύξηση των πωλήσεων της κατά 36.2%, με 5.961 μονάδες και μερίδιο 3.0%. Εκείνη την εποχή έκανε την εμφάνισή της στην χώρα μας η ανανεωμένη σειρά "800", στα 2.000 cc. 
Την επόμενη χρονιά οι πωλήσεις της ήταν μειωμένες, ακολουθώντας την γενικότερη τάση της αγοράς μετά το τέλος της "απόσυρσης". Οι απώλειες περιορίστηκαν στο -12.1%, με 5.242 μονάδες, αυξάνοντας το ποσοστό της στο 3.5% ενώ κατέλαβε την 13η θέση της κατάταξης, κερδίζοντας τρεις θέσεις από την προηγούμενη χρονιά. 
Εν τω μεταξύ η γκάμα της σειράς "200" είχε αποκτήσει νέες εκδόσεις, όπως το 3θυρο hatchback, το "214" & "216" Cabrio, αλλά και το σπορ "220 Ti" Coupe. 

Στις αρχές του 1994 η Rover βρήκε καινούργια στέγη, μετά την εξαγορά από την BMW. Η βρετανική εταιρεία έδειχνε να έχει καλές προοπτικές στην ευρωπαϊκή αγορά και οι Γερμανοί ήταν διατεθειμένοι να δώσουν πολλά χρήματα για να την αποκτήσουν. Την άνοιξη του 1993 η Rover είχε ήδη παρουσιάσει άλλο ένα μοντέλο εξελιγμένο σε συνεργασία με την Honda, το "600". Ήταν βασισμένο στο Honda Accord, όμως στην χώρα μας ήρθε περί τα τέλη του 1994, μετά την παρουσίαση της έκδοσης "620 Ti" με τον κινητήρα απόδοσης 200 ίππων της Rover. 
Πάντως οι πωλήσεις της στην χώρα μας, βασίζονταν σε μεγάλο ποσοστό στα μικρομεσαία μοντέλα της. Το διάστημα 1994-1995 τα ποσοστά της μειώθηκαν σε 2.5% και 2.7% αντίστοιχα. 
Αντίθετα, το 1996 αποδείχθηκε μια καλή χρονιά, με την Rover στην 12η θέση της εγχώριας αγοράς (από 15η το 1995) και μερίδιο 4.1%, με 5.603 μονάδες. 
Ήταν η εποχή που η εταιρεία διέθετε το νέο μικρομεσαίο μοντέλο "400" και το μικρότερο, επίσης νέο, "200" (R3) με αμάξωμα 3 ή 5 θυρών. 

Τα επόμενα χρόνια η Rover ακολούθησε πτωτική πορεία. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90 υπήρξε μείωση τόσο σε πωλήσεις όσο και στα ποσοστά της. Σε μια όλο και περισσότερο ανταγωνιστική αγορά, το 1999 το μερίδιό της είχε περιοριστεί στο 1.0%, με μόλις 2.740 μονάδες. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε με τη νέα δεκαετία, εφόσον τα πιο εμπορικά της μοντέλα άρχισαν να δείχνουν τα χρόνια τους. Το μόνο όπλο που διέθεταν ήταν οι διαρκείς ανανεώσεις, κάτι που αποδείχθηκε ανεπαρκές. Μοντέλα όπως το MGF ή το νεότερο πολυτελές "75" εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να δώσουν την απαραίτητη ώθηση στις πωλήσεις. 

Tην άνοιξη του 2000 η BMW ανακοίνωσε ότι θα διακόψει τους δεσμούς της με την Rover, λόγω μιας σειράς προβλημάτων. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, μεταβίβασε την Land Rover στην Ford για £1.8 δισεκατομμύρια. Η γερμανική εταιρεία κράτησε για τον εαυτό της το concept του νέου MINI, ενώ μετά την αποχώρησή της δημιουργήθηκε το MG Rover Group, από την Phoenix Venture Holdings που ανέλαβε τα ηνία. 
Την ίδια χρονιά η Rover πέτυχε να διατηρήσει το ίδιο ποσοστό στην χώρα μας, όμως από το συνολικά 1.0% μόλις το 0.6% αφορούσε τα επιβατικά μοντέλα της Rover, με 1.756 μονάδες. Το υπόλοιπο των πωλήσεων ήταν τα εκτός δρόμου μοντέλα της Land Rover, με 1.111 μονάδες. Tα βρετανικά αυτοκίνητα διέθετε πλέον η "Intercar" Α.Ε .
Το 2001 το ποσοστό των συνολικών πωλήσεων στα επιβατικά ανήλθε μόλις στο 0.5% της αγοράς, με 1.524 μονάδες. Το επόμενο διάστημα, έως το 2005, η εταιρεία είχε βγει ουσιαστικά εκτός συναγωνισμού. 

Γενικότερα, η πορεία της στην ελληνική αγορά ακολούθησε την πτωτική πορεία που είχε η Rover σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της Μεγ. Βρετανίας. 
Το τέλος της MG Rover ήταν ορατό και πράγματι, έως την άνοιξη του 2005 η εταιρεία κατέρρευσε. Το τέλος ενός ιστορικού ονόματος στην κατασκευή αυτοκινήτων ήταν γεγονός. 


Rover 200 Cabriolet.

Rover 75.

Αναλυτικότερα οι πωλήσεις της Rover/MG Rover στην Ελλάδα, στον πίνακα που ακολουθεί. 

Πωλήσεις της Rover στην Ελλάδα (1990-2005)
Έτος
Πωλήσεις
Ποσοστό
1990
1.017
0.9%
1991
4.377
2.6%
1992
5.961
3.0%
1993
5.242
3.5%
1994
2.816
2.5%
1995
3.428
2.7%
1996
5.603
4.1%
1997
3.637
2.2%
1998
2.963
1.6%
1999
2.740
1.0%
2000
2.867
1.0%
2001
1.524 
0.5%
2002
883
0.3%
2003
594
0.2%
2004
826
0.3%
2005
614
0.2%

*Στις πωλήσεις του 1990 δεν περιλαμβάνονται αυτές των μοντέλων της Austin. 
Σύνολο πωλήσεων Austin και Rover: 1.506 (1.3%)
*Οι πωλήσεις για το 2000 περιλαμβάνουν τα επιβατικά και τα εκτός δρόμου μοντέλα της Land Rover, με 1.756 και 1.111 μονάδες αντίστοιχα (0.6% & 0.4%).
*Οι πωλήσεις για το διάστημα από το 2001 έως το 2005 αφορούν αποκλειστικά τα επιβατικά μοντέλα της MG Rover Group. Οι ταξινομήσεις της Land Rover δίνονταν ξεχωριστά. 






B.A
Αρχείο © Hellenic Motor History (2020) 
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ  





Τα στοιχεία πωλήσεων έχουν παραχωρηθεί στο Hellenic Motor History, από τον ΣΕΑΑ, αποκλειστικά για ενημερωτικό σκοπό. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παρόντος, χωρίς να έχει προηγηθεί η έγκριση του γράφοντα







Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Ενιαίες ενδείξεις στα ταξί της πρωτεύουσας, το 1969.



Στις 28 Ιουλίου 1969 ο υπουργός Συγκοινωνιών, Γιώργος Βαλλής, εξέδωσε υπουργική απόφαση με την οποία τα ταξί της ευρύτερη περιοχής πρωτευούσης θα είχαν ομοιόμορφες ενδείξεις. Ο Γ. Βαλλής είχε αναλάβει τα καθήκοντά του στο υπουργείο ένα μήνα πριν. Τα ταξί των δήμων ή κοινοτήτων Αιγάλεω, Περιστερίου, Αγ. Αναργύρων, Νέας Ιωνίας, Ν. Φιλαδέλφειας, Αγ. Βαρβάρας, Ν. Λιοσίων, Αγ. Παρασκευής, Φιλοθέης, Χολαργού, Παπάγου, Μπραχαμίου, Παλ. Φαλήρου, Πετρουπόλεως, Χαϊδαρίου, Αλίμου και Ηλιουπόλεως θα έφεραν λευκή διακριτική γραμμή, όμοια με αυτά των Αθηνών. Αντίστοιχα, τα ταξί στους δήμους ή τις κοινότητες των Μοσχάτου, Αγ. Ιώαννη Ρέντη, Κορυδαλλού, Νίκαιας και Κερατσινίου θα είχαν κίτρινη διακριτική γραμμή όμοια με αυτά του Πειραιά. Σε κάθε περίπωση, οι πλαϊνές ενδείξεις με την έδρα των οχημάτων θα καταργούνταν. Επίσης,  όλα τα Δ.Χ επιβατικά (ταξί ή αγοραία) δεν μπορούσαν να υπερβαίνουν τους 20 φορολ. ίππους, ενώ δεν υπήρχε κατώτατο όριο φορολογικής ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο ο υπουργός απέβλεπε στην διευκόλυνση της κυκλοφορίας νέων αυτοκινήτων ταξί. 





B.A
Έρευνα Hellenic Motor History © 2020