Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

Ελληνική διαφήμιση της Maico, το 1956



Η Maico ήταν μια γερμανική εταιρεία κατασκευής μοτοσυκλετών και σκούτερ (Maicoletta).
Στα μέσα της δεκαετίας του '50 ασχολήθηκε και με την παραγωγή αυτοκινήτων, στην κατηγορία των microcars που ήταν αρκετά δημοφιλής εκείνη την εποχή, λόγω χαμηλού κόστους.
Η Maico ξεκίνησε να κατασκευάζει το "500", το οποίο είχε παρουσιαστεί στις αρχές της δεκαετίας του '50 από μια άλλη γερμανική εταιρεία, την Champion.
Μετά την παύση της παραγωγής από την αρχική εταιρεία το 1952, την παραγωγή του μικρού αυτοκινήτου ανέλαβαν διαδοχικά άλλες δύο εταιρείες έως τον Οκτώβριο του 1954. 
Η Maico ήταν η τέταρτη κατά σειρά επιχείρηση που κατασκεύασε το συγκεκριμένο μοντέλο.  
Το Maico 500 εφοδιαζόταν με τον δίχρονο κινητήρα της Heinkel, 2 κυλίνδρων, 452 κυβ. εκατοστών. Η απόδοσή του ήταν 18 ίπποι και ήταν τοποθετημένος πίσω. 
Την αντιπροσωπεία στην Ελλάδα είχε αναλάβει η "ΙΜΠΕΞ" Α.Ε, που ήταν η πρώτη επίσημη αντιπροσωπεία της Volkswagen στην Ελλάδα, τo 1953. Η έδρα της βρισκόταν επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου 26. Αργότερα ασχολήθηκε με την εκπροσώπηση και άλλων γερμανικών εταιρειών στην Ελλάδα, όπως της Metzeler (ελαστικά).
Η διαφημιστική καταχώρηση είναι από τον Οκτώβριο του 1956.






B.A
Αρχείο Hellenic Motor History © 2020

H διάδοση της αυτοκίνησης και η αγορά αυτοκινήτου στην Ιταλία, 1930-1959 (μέρος 1ο).




Η Ιταλία αποτελεί μια από τις χώρες με την πλέον μακρόχρονη παρουσία στον χώρο του αυτοκινήτου. 
Το 1899 ιδρύθηκε η FIAT (Fabbrica Italiana di Automobili Torino), η οποία έκτοτε αποτέλεσε την μεγαλύτερη εταιρεία μαζικής παραγωγής αυτοκινήτων στην γειτονική μας χώρα. 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, Ιταλοί μηχανικοί και σχεδιαστές έγραψαν ιστορία με χρυσά γράμματα, που σταδιακά πήρε θρυλικές διαστάσεις μέσα από τους αγώνες αυτοκινήτου και τα ονειρικά σπορ μοντέλα διαφόρων εταιρειών. 

Σε ποιές συνθήκες όμως αναπτύχθηκε η ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία και ποιά ήταν η διάδοση του αυτοκινήτου στον μέσο Ιταλό; 

Μετά το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου η Ιταλία βρέθηκε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ο πληθωρισμός βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα ενώ μεγάλα ήταν και τα ποσοστά ανεργίας. Η γενική δυσαρέσκεια οδήγησε σε σειρά απεργιακών κινητοποιήσεων, που στο επόμενο διάστημα έγιναν ρουτίνα. Την περίοδο έως το 1922 την εξουσία ανέλαβαν διάφοροι κυβερνητικοί σχηματισμοί, όλοι αδύναμοι και βραχύβιοι. Στα τέλη Οκτωβρίου 1922, ο Βασιλιάς Victor Emmanuel III ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Benito Mussolini, ο οποίος λίγο αργότερα εγκαθίδρυσε το φασιστικό καθεστώς. 

Έως το 1930 η οικονομία συνέχισε να έχει προβλήματα, που εντάθηκαν από τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, λόγω του χρηματιστηριακού Κραχ στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του 1929. 
Ανεξάρτητα από τα προβλήματα που υπήρχαν, η Ιταλία αποτελούσε μια μεγάλη και υπολογίσιμη Ευρωπαϊκή χώρα με πληθυσμό άνω των 40 εκατομμυρίων κατοίκων. Εάν προσθέσουμε και το γεγονός ότι η χώρα διέθετε την δική της αυτοκινητοβιομηχανία, τότε είναι εύκολο να συμπεράνει κάποιος πως η ιταλική αγορά αυτοκινήτου ήταν από τις πλέον ανεπτυγμένες στην Ευρώπη του μεσοπολέμου. 

Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο ρόδινα.





Το 1930 οι πωλήσεις καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων στην Ιταλία ανήλθαν σε μόλις 24.869 μονάδες! Η αγορά, μάλιστα, κινήθηκε πτωτικά έναντι του 1929. 
Την ίδια χρονιά, στην Γαλλία οι πωλήσεις επιβατικών έφτασαν περίπου τις 240.000 μονάδες. Η σύγκριση αφορά μια χώρα με παρόμοια πληθυσμιακά μεγέθη και ύπαρξη εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας. Εντούτοις, αν η γαλλική αγορά εκείνης της περιόδου θεωρείται "μικρή" σε σχέση με τα πιο πάνω δεδομένα, τότε η ιταλική βρισκόταν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. 

Από το σύνολο των πωλήσεων το 1930, οι 2.341 μονάδες (9.4%) αφορούσαν εισαγόμενα αυτοκίνητα. Το μερίδιό τους στην ιταλική αγορά μειώθηκε σημαντικά τα επόμενα χρόνια και ιδιαίτερα από το 1935 οπότε επιβλήθηκαν από την Κοινωνία των Εθνών οικονομικές κυρώσεις στην Ιταλία, λόγω του πολέμου με την Αιθιοπία. 

Το 1931, με την οικονομική κρίση στο απόγειό της, οι πωλήσεις έπεσαν στις 14.760 μονάδες. Την επόμενη διετία υπήρξαν σημάδια βελτίωσης και το 1934 διατέθηκαν 30.150 καινούργια επιβατικά. 
Την περίοδο 1935-1936 σημειώθηκε νέα πτώση στην ζήτηση επιβατικών αυτοκινήτων, με 25.243 και 21.154 πωλήσεις αντίστοιχα. 
Αύξηση των πωλήσεων υπήρξε το 1937, με συνολικά 34.208 επιβατικά. Το 1938 η αγορά συνέχισε την ανοδική της πορεία, με τις πωλήσεις να καταγράφουν την καλύτερη επίδοση για όλη την δεκαετία του '30. Διατέθηκαν συνολικά 38.675 επιβατικά αυτοκίνητα, ενώ ήταν η καλύτερη χρονιά και για τις πωλήσεις φορτηγών και λεωφορείων, με 6.336 μονάδες. Και στις δύο περιπτώσεις, ελάχιστα ήταν τα εισαγόμενα οχήματα. 

Φυσικά, οι εξελίξεις τα επόμενα χρόνια δεν άφησαν  περιθώρια για καμία άνοδο στην αγορά αυτοκινήτου. Το 1939 ήταν η τελευταία χρονιά που οι Ευρωπαϊκές αγορές κινήθηκαν υπό "φυσιολογικές" συνθήκες, τουλάχιστον έως το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο. Eκείνη την χρονιά οι πωλήσεις επιβατικών αυτοκινήτων στην Ιταλία έφτασαν τις 30.032 μονάδες. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, πρέπει να υποθέσουμε πως για όλη την δεκαετία του '30 η Fiat ήταν η πλέον δημοφιλής μάρκα στην ιταλική αγορά. 



Fiat 508C Balilla 1100 (1937-1939)


Το 1940 ο πόλεμος στην Ευρώπη ήταν ήδη σε εξέλιξη. 
Ο Μουσολίνι είχε δείξει τα προηγούμενα χρόνια πριν τον πόλεμο, τις επεκτατικές του διαθέσεις στην Αφρική και στα Βαλκάνια (κατάληψη Αλβανίας τον Απρίλιο του 1939).
Επιπλέον η Ιταλία ανήκε στις δυνάμεις του Άξονα, μαζί με τη Ναζιστική Γερμανία. Ωστόσο, καθοριστική στις εξελίξεις ήταν η επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας, στις 28 Οκτωβρίου 1940.
Την ίδια χρονιά, διατέθηκαν στην Ιταλία 10.255 καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα.
Την περίοδο από το 1943 έως το 1945, λόγω των πολεμικών γεγονότων υπήρξε ολοκληρωτική παύση στην κίνηση της αγοράς. 

Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου σημειώθηκαν σημαντικές μεταβολές στην χώρα. Οι Ιταλοί είχαν ήδη αποκηρύξει τον φασισμό, ενώ σύντομα επήλθε η κατάργηση της Βασιλείας. 
Παράλληλα, από το 1946 τα πρώτα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα άρχισαν να βγαίνουν στους δρόμους, αν και σε εξαιρετικά περιορισμένους αριθμούς. Γεγονός είναι ότι την διετία 1946-1947 τα περισσότερα οχήματα που κυκλοφόρησαν στους ιταλικούς δρόμους ήταν επαγγελματικά (φορτηγά και λεωφορεία). Πάντως, από το 1948 φαίνεται πως οι πωλήσεις επιβατικών είχαν φτάσει ήδη τα προπολεμικά επίπεδα, με 32.915 μονάδες. Αντίθετα όμως με την περίοδο προ του 1940, η μεταπολεμική ιταλική αγορά αυτοκινήτου δεν χαρακτηρίστηκε από στασιμότητα, αλλά από μια δυναμική ανάπτυξης.

Το 1949 οι πωλήσεις είχαν φτάσει τις 48.883 μονάδες, ενώ το 1950 ανήλθαν σε 79.826 μονάδες. Ο όγκος εξακολουθούσε να είναι μικρός για τα μεγέθη της Ιταλίας, όμως κρίνεται μάλλον ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής. 
Στην Γαλλία το 1950 η αγορά ήταν σε φάση ανασυγκρότησης, όμως δεν είχε ξεπεράσει τα προπολεμικά επίπεδα. Άλλωστε εκείνη την εποχή πολλοί Ευρωπαίοι δεν είχαν καν την δυνατότητα απόκτησης αυτοκινήτου, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχαν ακόμα υψηλοί φόροι και περιορισμοί στις πωλήσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιτάχυνση στις πωλήσεις αυτοκινήτων στην Ιταλία ήταν εντυπωσιακή. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε σε χαλαρούς ρυθμούς έως το 1952. Εκείνη την χρονιά η Fiat κατείχε το 90% της εγχώριας παραγωγής αυτοκινήτων. 

Το 1953 οι πωλήσεις επιβατικών έσπασαν για πρώτη φορά το φράγμα των 100.000 μονάδων. Η συντριπτική πλειοψηφία από τα 112.110 νέα αυτοκίνητα ήταν ιταλικά, με τα εισαγόμενα να αντιστοιχούν μόλις στο 1.4% της αγοράς ή 1.560 μονάδες. Η αύξηση των συνολικών πωλήσεων ανήλθε στο +25.8% έναντι του 1952. Σημαντική αύξηση υπήρξε και το 1954, με +22.5% και 137.311 πωλήσεις, ενώ το 1955 σημειώθηκε άνοδος κατά 17.9%, με 161.903 πωλήσεις. 




To 1956 η ιταλική αγορά αυτοκινήτου έσπασε ακόμα ένα ρεκόρ, με 202.373 πωλήσεις (+25%). Μεγάλη επιτυχία σημείωσε το μικρό Fiat 600 που είχε παρουσιαστεί εντός του 1955. Μετά από μια μικρή υποχώρηση την επόμενη χρονιά, με 195.540 πωλήσεις (-3.5%), η αγορά θα ανακτήσει το χαμένο έδαφος το 1958 με συνολικά 209.215 μονάδες.  Όμως θα σημειωθεί νέα δυναμική το 1959, με 253.321 πωλήσεις (+21.1%). Τα εισαγόμενα αυτοκίνητα είχαν αυξήσει το ποσοστό τους σε 3.8%, με 9.636 μονάδες. 

Η πορεία μοιάζει εντυπωσιακή, όμως η αγορά αυτοκινήτου στην Ιταλία ήταν ακόμα σε χαμηλά επίπεδα. Ο πληθυσμός της προσέγγιζε πλέον τα 50 εκατομμύρια, ενώ υπήρχε βελτίωση σε οικονομικό επίπεδο. 
Ήταν όμως μεγάλα τα περιθώρια ανόδου, πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που διέθεταν δική τους αυτοκινητοβιομηχανία.
Το "χαμένο" έδαφος η Ιταλία το κάλυψε με γοργά βήματα κατά την δεκαετία του '60. Ήταν η δεκαετία που οι Ιταλοί στράφηκαν μαζικά στην αγορά και χρήση του επιβατικού αυτοκινήτου, καθιστώντας έκτοτε την ιταλική αγορά μια από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. 

Το 2019, για ακόμα μια φορά, η Ιταλία ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου, μετά την Γερμανία, την Μεγ. Βρετανία και την Γαλλία.  







B.A
  © Hellenic Motor History (2020)
Στοιχεία πωλήσεων: UNRAE 

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Το αυτοκίνητο στην Ελλάδα το 1960. Βελτιωμένο κλίμα μετά το ισχυρό σοκ της προηγούμενης χρονιάς.


 


Έτος ανάκαμψης της αγοράς αυτοκινήτου ήταν το 1960 στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί η σημαντική πτώση των εισαγωγών και πωλήσεων καινούργιων επιβατικών το προηγούμενο έτος. Η αύξηση στην έκτακτη εφάπαξ εισφορά, είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της μέσης τιμής των αυτοκινήτων, με λογική συνέπεια την μείωση της ζήτησης κατά το 1959.
Το 1960 η Ελλάδα ήταν ακόμα στην τελευταία θέση μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών, όσον αφορά στην αναλογία των κυκλοφορούντων αυτοκινήτων, με 5.16 επιβατικά ανά 1.000 κατοίκους. Συγκριτικά, στο Βέλγιο αναλογούσαν 82,41 επιβατικά ανά 1.000 κατοίκους, στην Ολλανδία 46.17, στην Αυστρία 57.0 και στην Ελβετία 94.12. Αρκετά υψηλότερα σε σχέση με την Ελλάδα ήταν και η Πορτογαλία, με 18.13 αυτοκίνητα ανά 1.000 κατοίκους, αναλογία μεγαλύτερη ακόμα και συγκριτικά με την Ισπανία. Πάντως η Πορτογαλία είχε χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα έναντι της Ελλάδας. 


Το 1959, η φορολογική πολιτική του κράτους επέφερε ισχυρό πλήγμα στις εισαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων, με μόλις 2.656 μονάδες ανεξαρτήτως κατηγορίας και προέλευσης. Όπως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις η κάμψη στην ζήτηση αυτοκινήτων ήταν πρόσκαιρη και η σταδιακή βελτίωση του κλίματος εμφανής κατά το εξεταζόμενο έτος.
Κατά συνέπεια, οι εισαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων το 1960 ανήλθαν σε 4.768 μονάδες. Με τα νέα δεδομένα σημαντικές απώλειες είχαν τα ακριβότερα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού. Ήδη από το 1959 υπήρξε κατακόρυφη πτώση στις εισαγωγές των επιβατικών αμερικάνικης προέλευσης. Στα ίδια χαμηλά επίπεδα παρέμεινε η ζήτηση αμερικάνικων αυτοκινήτων και το 1960, με μόλις 182 μονάδες.

Αντίθετα, οι εισαγωγές από τις χώρες της Κοινής Αγοράς (Δυτ. Γερμανία, Γαλλία & Ιταλία) σχεδόν διπλασιάστηκαν, όπως διπλασιάστηκε και η συνολική δαπάνη. Το 1960 εισήχθησαν στην Ελλάδα 3.075 τέτοια αυτοκίνητα, έναντι 1.559 την προηγούμενη χρονιά. Άνοδο είχαν και οι εισαγωγές από την Μεγ. Βρετανία, με 651 μονάδες έναντι 371 το 1959. 

 

DKW, τέλη Μαΐου 1960

 
 

Τα αυτοκίνητα με προέλευση από την Ανατολική Ευρώπη, πλασίασαν σε αριθμό τα βρετανικά αυτοκίνητα, με 644 μονάδες έναντι 486 το προηγούμενο έτος. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι των "σοσιαλιστικών" κρατών ήταν οι Moskvitch (Σοβ. Ένωση), Skoda (Τσεχοσλοβακία) και Wartburg (Ανατ. Γερμανία).  
Το 1960 αποτέλεσε την δεύτερη καλύτερη χρονιά των "ανατολικών" στην χώρα μας έως τότε, μετά το 1958. 
Σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα ήταν και οι εισαγωγές των σουηδικών αυτοκινήτων (κυρίως Volvo), όπως άλλωστε και τα προηγούμενα χρόνια, αν και η ζήτηση τους θα εκτοξευτεί από το επόμενο έτος (1961). 
Εκτός από τους παραδοσιακούς παίκτες της αγοράς, νέοι έκαναν σταδιακά την εμφάνισή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Holden, παρακλάδι της G.M στην Αυστραλία. Την αντιπροσωπεία ανέλαβε η "Εισαγωγική Αθηνών" Ε.Π.Ε, που ήδη έφερνε στη χώρα μας τα αμερικάνικα Pontiac (επίσης θυγατρική της G.M).
H πρώτη διαφημιστική καταχώρηση της Holden ήταν η παρακάτω, τον Σεπτέμβριο του 1960.





Στα τέλη της δεκαετίας του '50 η πολιτική απέναντι στο επιβατικό αυτοκίνητο, αποτέλεσε πισωγύρισμα στην ανάπτυξη της αγοράς. Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του '60 η αγορά έβρισκε ξανά τους ρυθμούς της και, αργά αλλά σταθερά, παρουσίασε ανοδικές τάσεις τα αμέσως επόμενα χρόνια. 
Πρέπει να αναφερθεί πως οι συνολικές εισαγωγές αυτοκινήτων, φορτηγών, λεωφορείων και μοτοσυκλετών, το 1960 ανήλθαν σε 20.560 μονάδες έναντι 15.491 το 1959. Αντίθετα οι δαπάνες για εισαγωγές ελαστικών, ανταλλακτικών κλπ σημείωσαν μικρή μείωση, παραμένοντας ουσιαστικά στα επίπεδα του προηγούμενου έτους. 


Η πρώτη διαφήμιση της "ΣΤΑΚΟΡ" Α.Ε. για τη νέα γενιά Taunus 17m, 
τον Δεκέμβριο του 1960

Volkswagen, Σεπτέμβριος 1960

Skoda, Οκτώβριος 1960

Moskvitch, Δεκέμβριος 1960

Η ζήτηση για τα αμερικάνικα αυτοκίνητα είχε μειωθεί δραματικά και θα παρέμενε σε χαμηλά επίπεδα και τα επόμενα χρόνια. Όμως, στα τέλη του 1960 η "ΕΛΦΙΝΚΟ" προωθούσε τη νέα σειρά μοντέλων της Chevrolet, για το 1961.






B.A
Έρευνα & αρχείο © Hellenic Motor History (2020)
Στοιχεία εισαγωγών: "Η Ζήτησις Διαρκών Καταναλωτικών Αγαθών. Οικονομετρική Διερεύνησις", 
Κωνσταντίνου Ηλ. Κεβόρκ. 
(Τράπεζα της Ελλάδος, Σειρά Ειδικών Μελετών, 1964).




Η δημοσίευση είναι προϊόν έρευνας του hellenic motor history και δημοσιεύεται αποκλειστικά στο παρόν ιστολόγιο. Απαγορεύεται ρητά η ολική ή μερική αναδημοσίευση και αναπαραγωγή σε οποιοδήποτε ιστοσελίδα ή μέσο κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς προηγουμένως να έχει δοθεί η συγκατάθεση και με τον όρο ότι θα αναφέρεται η πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Η ελληνική αγορά αυτοκινήτου το 1930. Η αρχή της πτώσης στις εισαγωγές αυτοκινήτων μετά το κραχ και οι διαφημιστικές καταχωρήσεις των αντιπροσωπειών.




Μετά το 1924, το εμπόριο του αυτοκινήτου εντάθηκε στην Ελλάδα. Σε αυτό συνέβαλε η αύξηση των συγκοινωνιακών αναγκών, λόγω και της εισροής των προσφυγικών πληθυσμών. Οι εισαγωγές επιβατικών παρουσίασαν σημαντική άνοδο για να φτάσουν, με διάφορες αυξομειώσεις, στα ανώτερα επίπεδα το 1929. Ανοδικά κινήθηκαν και οι εισαγωγές των λεωφορείων και των φορτηγών, όμως σημαντικά ποσά δαπανήθηκαν για την εισαγωγή πλαισίων, ελαστικών, ανταλλακτικών, βενζίνης και λιπαντικών. 
Με την είσοδο της δεκαετίας του '30 οι συνθήκες διαφοροποιήθηκαν σε αρκετά μεγάλο βαθμό. 

Δυστυχώς, η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την δεκαετία του '30, καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη έως αδύνατη την εύρεση αξιόπιστων στοιχείων, που να δίνουν σαφή εικόνα της ελληνικής αγοράς αυτοκινήτου εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, το Hellenic Motor History κατάφερε να εντοπίσει κάποιες αναφορές που αποτυπώνουν το γενικότερο κλίμα της εποχής, στον χώρο του αυτοκινήτου. 
Στα πλαίσια που έχει θεσπίσει το παρόν ιστολόγιο, παρουσιάζει σε αποκλειστικότητα την δραστηριότητα των επίσημων αντιπροσωπειών στην Ελλάδα, μέσα από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις εκείνης της χρονιάς. 


Renault, Ιανουάριος 1930.

Το 1930 ξεκίνησε στον απόηχο του χρηματιστηριακού Κραχ στη Νέα Υόρκη, που συνέβη το φθινόπωρο του 1929. 
Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε δεν έγιναν αισθητές μόνο στις Η.Π.Α αλλά, λίγο αργότερα, και στην Ευρώπη. Στα επόμενα χρόνια, η έκταση της κρίσης αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από όσο αρχικά θεωρούσαν ορισμένοι. Η Ελλάδα δεν έμεινε αλώβητη. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι τάσεις στην εγχώρια αγορά αυτοκινήτου ήταν σαφώς πτωτικές. 
Η μείωση των εισαγωγών ήταν σημαντική, αλλά ο αριθμός τους παρέμεινε σε "ικανοποιητικά" επίπεδα. Μάλιστα, ορισμένοι πίστευαν πως αυτή η εξέλιξη ήταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική, εφόσον έβαλε φρένο στην "ανεξέλεγκτη" εισαγωγή αυτοκινήτων των προηγούμενων ετών. 
Υπήρχε η πεποίθηση πως το υφιστάμενο καθεστώς ελευθερίας στις εισαγωγές ήταν η αιτία για τον ασφυκτικό και ενίοτε αθέμιτο ανταγωνισμό όσον αφορά τα ταξί και τα αγοραία, ο αριθμός των οποίων αυξανόταν διαρκώς. 
Προς αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου, εντός του έτους η κυβέρνηση αποφάσισε ώστε ο μέγιστος αριθμός των ταξί σε Αθήνα-Πειραιά και Περίχωρα, να ορίζεται ετησίως από το υπουργείο Συγκοινωνίας, βάσει του νόμου 4841/30 (άρθρο 25) "Περί αυτοκινήτων, κυκλοφορίας αυτών και υποχρεώσεων των οδηγών" (ΦΕΚ 260 - 31 Ιουλίου 1930).
Σύμφωνα με την υπ'αριθ. 1 πράξη του Συμβουλίου αυτοκινήτων, από τις 2 Ιανουαρίου 1931 ο ανώτατος αριθμός αυτοκινήτων μετά μετρητού που μπορούσε να κυκλοφορεί στην πρωτεύουσα, ήταν 3.250.

Κατά το εξεταζόμενο έτος, τα αμερικάνικα αυτοκίνητα κυριαρχούσαν στην ελληνική αγορά. Φυσικά, οι εισαγωγές τους ήταν μειωμένες σε σχέση με το 1929. Η αυτοκινητοβιομηχανία των Η.Π.Α δέχτηκε άμεσα ισχυρό πλήγμα από το Κραχ, κάτι που επηρέασε αρνητικά και τις εξαγωγές σε όλο τον κόσμο. Ήδη στο πρώτο εξάμηνο του 1930 οι εξαγωγές αμερικάνικων αυτοκινήτων σε Ευρώπη, Ασία, Αυστραλία, Νότιο Αμερική, Καναδά και Αφρική, μειώθηκαν κατά 50.2% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 1929. Στην Ευρώπη η μείωση στο εξάμηνο άγγιξε το 65.9%, με 63.500 μονάδες έναντι 96.319 το προηγούμενο έτος (στοιχεία: Οικονομικός Ταχυδρόμος, 26/10/1930). 
Να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή, οι Η.Π.Α ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αυτοκινήτων στον κόσμο. 

H πρώτη σε πωλήσεις εταιρεία στην χώρα μας το 1930 ήταν η Ford, με διαφορά από τον ανταγωνισμό. Η διαφημιστική δραστηριότητα της Ford Motor Co. στην Ελλάδα ήταν έντονη, με το όνομα της να έχει εδραιωθεί ήδη από τα προηγούμενα χρόνια.
Από τις υπόλοιπες αμερικάνικες φίρμες η πλέον επιτυχημένη ήταν η Chevrolet, ενώ αρκετά δημοφιλείς αποδείχθηκαν οι Buick, Nash και Chrysler. Εταιρείες όπως η DeSoto και η Dodge είχαν επίσης μια ικανοποιητική παρουσία. Οι εισαγωγές αυτοκινήτων από την Ευρώπη συνολικά ήταν λιγότερες από αυτές των Η.Π.Α .
Άνοδο σημείωσαν οι πωλήσεις των ιταλικών αυτοκινήτων δηλαδή της... Fiat. 
Η ιταλική εταιρεία εμφανίζεται το 1930 μέσα στην πρώτη τριάδα των πωλήσεων στην Ελλάδα, ανάμεσα σε Ford & Chevrolet. 
Αν και υπάρχουν αναφορές για αύξηση των εισαγωγών από την Γερμανία, δεν έγινε εφικτό να βρεθούν στοιχεία για την θέση των γερμανικών αυτοκινήτων στην αγορά. 
Πάντως κατά διαστήματα υπήρξε κινητικότητα από ορισμένες αντιπροσωπείες γερμανικών εταιρειών, όπως της Mercedes-Benz και της Opel, την άνοιξη και το καλοκαίρι αντίστοιχα. Δείγματα εικονίζονται παρακάτω. 
 

Mercedes-Benz, Απρίλιος 1930.

Έντονη προώθηση των επιβατικών και επαγγελματικών αυτοκινήτων της Opel, υπήρξε το καλοκαίρι του 1930. Καταχώρηση της "Κακούρος & Κατάβολος" τον Αύγουστο.

Αντίθετα, η ζήτηση για τα γαλλικά και τα βρετανικά αυτοκίνητα φαίνεται να ήταν αρκετά χαμηλή. 
Όσον αφορά τα δεύτερα, η Morris ήταν η πιο δημοφιλής βρετανική φίρμα στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή. 
Είναι σίγουρο ότι, για πρώτη φορά από το 1926, οι εισαγωγές καινούργιων επιβατικών ήταν κάτω από τις 2.000 μονάδες. Το 1929 είχαν υπερβεί τις 2.500 μονάδες. 
Κάποιες λίγες αναφορές της εποχής εκείνης, πάντως, αποκλίνουν σημαντικά ανάλογα την πηγή προέλευσης των στοιχείων (π.χ Τροχαία Κίνησης). 
Διαθέσιμα στοιχεία από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.), κάνουν αναφορά για συνολικά 1.557 εισαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων και 2.908 αυτοκινήτων όλων των κατηγορίων (επιβατικά, λεωφορεία, φορτηγά), το 1930. Τα νούμερα αυτά δημοσιεύονται, με δεδομένο ότι -έστω- ένα πολύ μικρό μέρος των στοιχείων του Τ.Ε.Ε που έχει γίνει εφικτό να διασταυρωθούν, κρίνονται ως αξιόπιστα. 


Studebaker, Απρίλιος 1930.

Ford, Μάρτιος 1930.


Ο όγκος των εισαγωγών πριν το 1930, χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως "υπερβολικός", όμως η ελληνική αγορά ήταν μια μικρή αγορά με απόλυτα κριτήρια. 
Παρόλα αυτά ο ανταγωνισμός μεταξύ των εισαγωγικών επιχειρήσεων φαίνεται ότι ήταν έντονος και, σε κάποιες περιπτώσεις, οι όροι πώλησης ήταν αρκετά ελαστικοί με σκοπό απλά την αύξηση στο μερίδιο αγοράς. 

Έως τα τέλη του 1930, η Ελλάδα ήταν πρώτη μεταξύ των Βαλκανικών χωρών, στον αριθμό κυκλοφορούντων αυτοκινήτων.  
Συγκεκριμένα, στην χώρα μας αντιστοιχούσε 1 αυτοκίνητο ανά 331 κατοίκους.
Η αναλογία στην Γιουγκοσλαβία ήταν 1 αυτοκίνητο ανά 1.074 κατοίκους, στην Βουλγαρία 1 αυτοκίνητο ανά 2.174 κατοίκους, ενώ στην Αλβανία 1 αυτοκίνητο ανά 2.220 κατοίκους. Χαμηλή ήταν η επίδοση και στην Τουρκία, όπου 1 αυτοκίνητο αναλογούσε σε 1.516 κατοίκους. 

Στην εγχώρια αγορά έδιναν το παρόν δεκάδες φίρμες με μοντέλα για όλα τα γούστα σε ένα μεγάλο εύρος τιμών. Η Mercedes-Benz, σύμφωνα με τις καταχωρήσεις, διέθετε μια γκάμα από 140.000 έως 1.500.000 δραχμές (ποσό τεράστιο εκείνη την εποχή). 
Η Ford ανακοίνωσε τις νέες τιμές των επιβατικών της μοντέλων την 1η Σεπτεμβρίου, που κυμαίνονταν από τις 71.000 δραχμές για το Phaethon, έως τις 91.000 δραχμές για το Cabriolet. 
H Ford Motor Co. προωθούσε στην χώρα μας και τα αυτοκίνητα πολυτελείας της θυγατρικής Lincoln.  
 
Συμπερασματικά, η αγορά αυτοκινήτου στην Ελλάδα το 1930 εισήλθε σε περίοδο ύφεσης, όμως ήταν ακόμα "ελεύθερη", χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές. Τα σημάδια της οικονομικής κρίσης δεν ήταν ακόμα ιδιαίτερα αισθητά και ορισμένοι προέβλεπαν πως αυτή η ύφεση ήταν παροδική. 
Οι εξελίξεις όμως διέψευσαν αυτές τις προβλέψεις.

 
Buick - Marquette, Φεβρουάριος 1930.

 
Packard, Φεβρουάριος 1930. Η αμερικάνικη φίρμα με τα πολυτελή αυτοκίνητα πέτυχε εκείνη τη χρονιά στην Ελλάδα, πωλήσεις 20 μονάδων.

Η Buick ήταν η τρίτη δημοφιλέστερη αμερικάνικη εταιρεία στην Ελλάδα και βρέθηκε στην πρώτη πεντάδα των πωλήσεων. Επάνω, καταχώρηση από τον Οκτώβριο του 1930.

Chevrolet, Ιούνιος 1930

 
Marmon (Η.Π.Α), Δεκέμβριος 1930

Τα γαλλικά αυτοκίνητα δεν ήταν ψηλά στις προτιμήσεις των αγοραστών το 1930, όμως η Α.Ε.Β.Ε.Μ "ΕΡΜΗΣ" προωθούσε τα Peugeot 201, τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς. Η συγκεκριμένη επιχείρηση διέθετε παράλληλα την αντιπροσωπεία των ελαστικών Dunlop στην Ελλάδα.

 
Nash, Απρίλιοςς 1930. Η αμερικάνικη εταιρεία είχε μια αρκετά καλή πορεία εκείνη τη χρονιά στην Ελλάδα. 

Fiat, Μάιος 1930. Η ιταλική εταιρεία ήταν η δημοφιλέστερη ευρωπαϊκή φίρμα στην Ελλάδα εκείνη την εποχή.
 

 










Β.Α
Έρευνα & αρχείο: Hellenic Motor History (2020)


Η δημοσίευση είναι προϊόν έρευνας του hellenic motor history και δημοσιεύεται αποκλειστικά στο παρόν ιστολόγιο. Απαγορεύεται ρητά η ολική ή μερική αναδημοσίευση και αναπαραγωγή σε οποιοδήποτε ιστοσελίδα ή μέσο κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς προηγουμένως να έχει δοθεί η συγκατάθεση και με τον όρο ότι θα αναφέρεται η πηγή προέλευσης.





Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

1990: Νέα εποχή στην ελληνική αγορά αυτοκινήτου. Οι παράγοντες που οδήγησαν στην αλλαγή πολιτικής απέναντι στο Ι.Χ .




Με την είσοδο της δεκαετίας του '90, νέα δεδομένα ήρθαν να αλλάξουν το τοπίο της εγχώριας αγοράς αυτοκινήτου. Είναι γνωστό ότι για όλη την δεκαετία του '80, η πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων βασίστηκε στην υψηλή φορολογία.
Η αρχή είχε γίνει επί κυβέρνησης Ν.Δ το καλοκαίρι του 1979 και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η αγορά να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό το καθεστώς στρεβλώσεων, που επηρέασαν σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της.

Μια από τις συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν η διαρκώς μεγαλύτερη ζήτηση για μεταχειρισμένα επιβατικά αυτοκίνητα και η αύξηση του μέσου όρου ηλικίας των κυκλοφορούντων οχημάτων. Η παράμετρος της σωστής τακτικής συντήρησης αυτών των οχημάτων ήταν ένα άλλο θέμα, το οποίο ο κρατικός μηχανισμός προσπάθησε να ελέγξει επαρκώς όταν ήταν ήδη αργά. 
Όλα τα παραπάνω ήταν βασικές αιτίες που είχαν αρνητικό αντίκτυπο στο ζήτημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης της πρωτεύουσας. Το πρόβλημα του "νέφους" ταλαιπωρούσε τον πληθυσμό στης Αθήνας ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, ενίοτε, έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις απασχολώντας συχνά τους αρμόδιους και τον ημερήσιο Τύπο.  Αποδείχθηκε όμως δυσεπίλυτο πρόβλημα, εφόσον αρκετά από τα μέτρα που πάρθηκαν κατά καιρούς ήταν είτε ανεπαρκή, είτε μόνο βραχυπρόθεσμα αποτελεσματικά. 
Η κύρια πηγή ρύπανσης της πρωτεύουσας ήταν το αυτοκίνητο. Άλλες σημαντικά ρυπογόνες δραστηριότητες, όπως οι βιομηχανικές μονάδες στο λεκανοπέδιο, είχαν σταδιακά μειώσει το ποσοστό συμμετοχής τους στην ατμοσφαιρική ρύπανση, με την λήψη διαφόρων μέτρων. 

Επιπλέον, η αύξηση των κυκλοφορούντων αυτοκινήτων στην Αθήνα ήταν σημαντική. Ο αριθμός αποσύρσεων παλαιών αυτοκινήτων από την κυκλοφορία ήταν εξαιρετικά μικρός, αποτέλεσμα της φορολογικής πολιτικής στα καινούργια επιβατικά, εφόσον η Ελλάδα είχε την υψηλότερη φορολογία μεταξύ των χωρών της Ε.Ο.Κ. 
Η εκ περιτροπής κυκλοφορίας στο κέντρο της πόλης, ο γνωστός "Δακτύλιος", αποτελούσε ένα όλο και λιγότερο αποτελεσματικό μέτρο στα κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά προβλήματα της Αθήνας (άσχετα αν βρίσκεται ακόμα σε ισχύ!). 

Την μόνη λύση προς την σωστή κατεύθυνση ώστε να περιοριστεί αποτελεσματικά το "νέφος", ήταν μια διαφορετική πολιτική απέναντι στο αυτοκίνητο. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του '80 άρχισαν να διατυπώνονται ανοιχτά τέτοιες απόψεις. 
Στις 15 Ιανουαρίου 1989, η εφημερίδα "Το Βήμα" δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο με τίτλο "Ήρθε η ώρα για καθαρό και φθηνό αυτοκίνητο". Το άρθρο υπογράφει ο Ευάγγελος Κουλουμπής, που διετέλεσε υπουργός Χωροταξίας, Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων. 
Πράγματι η ώρα αυτή δεν άργησε να έρθει, τουλάχιστον στα χαρτιά. 
Την 1η Μαρτίου 1989 η κυβέρνηση αποφάσισε την μείωση στις τιμές των καινούργιων αυτοκινήτων "νέας τεχνολογίας". Οι Έλληνες αναπάντεχα πληροφορήθηκαν τα νέα από τις εφημερίδες (στην φωτογραφία το πρωτοσέλιδο στο "Έθνος" 1/3/1989)




Η απόφαση αυτή πάρθηκε εντελώς ξαφνικά, μέσα σε μια νύχτα, χωρίς κανέναν σχεδιασμό. Κατά συνέπεια, η αγορά  βρέθηκε απροετοίμαστη με δεδομένο ότι τα νέα μέτρα είχαν άμεση ισχύ. Ομως οι μειωμένες τιμές αφορούσαν αυτοκίνητα με καταλυτικό μετατροπέα, τα οποία φυσικά δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Επιπλέον, οι νέοι φορολογικοί συντελεστές (νόμος 1858/89) ήταν μεν μειωμένοι αλλά παρέμεναν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ειδικά στις κατηγορίες άνω των 1.300 κυβ. εκατοστών. 
Το 1989 σημειώθηκε μια αύξηση των πωλήσεων, λόγω των μεταβατικών διατάξεων, όπου οι μειωμένοι συντελεστές ίσχυαν και για τα συμβατικής τεχνολογίας καινούργια επιβατικά που είχαν ήδη εισαχθεί ή είχαν φορτωθεί με προορισμό την Ελλάδα. Όμως στην πραγματικότητα, η νέα πολιτική που εφαρμόστηκε δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. 
Αυτό άλλαξε στις αρχές του 1990. Ήταν η χρονιά που μπήκαν τα καταλυτικά αυτοκίνητα στην ζωή του Έλληνα. 

Την αλλαγή έφερε ο νόμος 1882/90, που όριζε νέους μειωμένους συντελεστές για τα "καθαρά" αυτοκίνητα νέας τεχνολογίας (ΦΕΚ 43 - 23/3/1990). Σημαντικό ήταν πως αυτή την φορά η αγορά ήταν καλύτερα προετοιμασμένη. 





Στην δεξιά στήλη του πίνακα αναφέρονται οι συντελεστές του νόμου 1858/89, ο οποίος όριζε περισσότερες κατηγορίες ανά κυλινδρισμό κινητήρα (συνολικά 17 έναντι 6 του νόμου 1882/90).

Ήδη στις αρχές Μαρτίου υπήρξαν δημοσιεύματα στις εφημερίδες σχετικά με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή για τα αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Εκείνη την εποχή υπήρχαν στα τελωνεία ή ήταν καθ'οδόν πάνω από 15.000 επιβατικά συμβατικής τεχνολογίας.
Τα νέα αυτά δημιούργησαν μια στάση αναμονής στο αγοραστικό κοινό, με αποτέλεσμα οι πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων τον Μάρτιο να πέσουν στα χαμηλότερα επίπεδα για όλο το έτος. Μόλις 4.672 νέα επιβατικά ταξινομήθηκαν σε όλη την Ελλάδα.
Επιπλέον υπήρχε το ζήτημα των κατάλληλων υποδομών, κυρίως όσον αφορά την διάθεση αμόλυβδης βενζίνης. Έως τότε μόλις 388 πρατήρια διέθεταν αμόλυβδη σε όλη την Ελλάδα, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "Έθνος" (1/3/1990).


Το 1990 η εγχώρια αγορά αυτοκινήτου κινήθηκε ανοδικά κατά 34.6%. 
Οι πωλήσεις νέων επιβατικών αυτοκινήτων ανήλθαν σε 115.314 μονάδες, έναντι 85.645 την προηγούμενη χρονιά. Ήταν η πρώτη φορά από το 1978, που οι πωλήσεις στην χώρα μας ξεπέρασαν τις εκατό χιλιάδες μονάδες. Ελαφρώς ανοδικά κινήθηκαν και τα μεταχειρισμένα επιβατικά εισαγωγής, με συνολικά 17.091 έναντι 16.669 το 1989 (+2.5%). Πάντως το μερίδιο των μεταχειρισμένων επί του συνόλου των επιβατικών, μειώθηκε στο 12.9% από 16.3%. 

Σταδιακά, οι εισαγωγικές εταιρείες είχαν διαθέσιμα καταλυτικά μοντέλα και ο ανταγωνισμός γινόταν όλο και πιο έντονος.
Στο πρώτο τρίμηνο του έτους, πριν εφαρμοστούν τα νέα μέτρα, οι συνολικές πωλήσεις ανήλθαν σε 21.918 αυτοκίνητα έναντι 15.362 το αντίστοιχο διάστημα του 1989 (+42.7%). Από αυτά, τα 12.216 αφορούσαν πωλήσεις στην πρωτεύουσα.
Τρεις ήταν οι βασικοί πρωταγωνιστές στην εγχώρια αγορά αυτοκινήτου το 1990. Στην κορυφή των πωλήσεων βρέθηκε η Nissan, με 14.026 μονάδες και ποσοστό 12.2%. Στη δεύτερη θέση ήρθε η Toyota, με 11.216 μονάδες και 9.7%. Η Fiat διατήρησε την δυναμική που είχε αναπτύξει το προηγούμενο διάστημα και ήρθε στην τρίτη θέση, με 9.612 πωλήσεις και 8.3%.

Αναλυτικότερα, η κατάταξη των εταιρειών στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 1990, ως εξής:


*Στις πωλήσεις της Rover, εκτός από τη νέα σειρά μοντέλων 200/400, περιλαμβάνονται και τα παλιότερα μοντέλα της πρώην Austin (489 μονάδες). 
  • Οι Honda & Zastava πέτυχαν τον ίδιο αριθμό πωλήσεων. H Zastava είχε σημαντική υποχώρηση στους τελευταίους τέσσερις μήνες του έτους. Η Honda παρουσίασε αρκετά μεγάλες διακυμάνσεις, με καλύτερο μήνα τον Αύγουστο (406 μονάδες) και χειρότερο μήνα τον Φεβρουάριο (130 μονάδες). 


Οι ανακατατάξεις που επέβαλαν οι νέες συνθήκες στην ελληνική αγορά αυτοκινήτου, ήταν αναπόφευκτες.
Χαρακτηριστική ήταν η πτώση της δημοτικότητας στα αυτοκίνητα με προέλευση από την Ανατολική Ευρώπη. Αιτία για αυτό ήταν είτε η πλήρης αδυναμία προσαρμογής στα νέα δεδομένα (π.χ Dacia), είτε η σχετική καθυστέρηση εναρμόνισης με αυτά (π.χ Skoda, Zastava). 
Πάντως, οι χαμηλές τιμές πώλησης αυτών των αυτοκινήτων είχαν ως αποτέλεσμα να διατεθούν αρκετά "ανατολικά" συμβατικής τεχνολογίας, ειδικά στο πρώτο εξάμηνο του έτους. 
Για παράδειγμα η Zastava διέθεσε συνολικά 2.867 αυτοκίνητα, εκ των οποίων τα 2.309 αφορούσαν πωλήσεις στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου. Όπως φαίνεται στον πίνακα, η μοναδική ανατολική φίρμα στην πρώτη δεκάδα ήταν η Lada, της οποίας οι πωλήσεις την έφεραν ψηλά στην γενική κατάταξη. 

Για όλο το 1990 οι πωλήσεις των αυτοκινήτων από την Ανατολική Ευρώπη, ανήλθαν σε 11.427 μονάδες έναντι 14.517 το προηγούμενο έτος (-21.3%), με το μερίδιο αγοράς μεωμένο στο 9.9% από 17.0%. Τα αυτοκίνητα με προέλευση από την Δυτική Ευρώπη κατέκτησαν το 52.9% με 61.013 πωλήσεις (+31.2%). Σημαντική άνοδο παρουσίασαν οι πωλήσεις των ιαπωνικών αυτοκινήτων, με συνολικά 42.343 μονάδες έναντι 24.477 (+73.0%) και μερίδιο 36.7% από 28.6% που κατείχαν το 1989. Εντυπωσιακή ήταν η άνοδος στις πωλήσεις της Mazda που για πρώτη φορά στην Ελλάδα έκανε την εμφάνισή της στην πρώτη δεκάδα της γενικής κατάταξης (10η).
Από τα υπόλοιπα 531 αυτοκίνητα που διατέθηκαν, τα 406 αφορούσαν την Hyundai (Ν. Κορέα), η οποία τον Οκτώβριο έκανε δυναμική επανεμφάνιση στην ελληνική αγορά με νέα αντιπροσωπεία. 
Όπως είναι αναμενόμενο, το μεγαλύτερο ποσοστό επί των συνολικών πωλήσεων έγινε στην πρωτεύουσα, με 64.008 καινούργια επιβατικά και ποσοστό 55.5%. 


To 1990 τα καταλυτικά αυτοκίνητα αποτέλεσαν για πρώτη φορά μια πραγματικότητα στην Ελλάδα. Φιλική προς το περιβάλλον τεχνολογία και μοντέλα με μεγαλύτερους και πιο δυνατούς κινητήρες έγιναν περισσότερο προσιτά στον μέσο Έλληνα αγοραστή. 



Αν και η πολιτική του κράτους απέναντι στο αυτοκίνητο κινήθηκε για πρώτη φορά προς την σωστή κατεύθυνση, πάντως ήταν ανεπαρκής ώστε να αντιμετωπίσει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια. 
Ο μεγάλος αριθμός παλιών ρυπογόνων αυτοκινήτων που είχαν διατηρηθεί στην κυκλοφορία κατά την δεκαετία του '80, ήταν αδύνατο να αποσυρθεί σύντομα χωρίς επιπλέον κίνητρα.
Τα επίπεδα απόσυρσης παλαιών αυτοκινήτων παρέμεναν σε επίπεδα της τάξης του 0.5 έως 1%. Ήδη εντός του έτους έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα μηνύματα για επιπλέον μέτρα από την πλευρά της κυβέρνησης, σχετικά με την ανανέωση του στόλου. Προς τα τέλη του έτους όλα έδειχναν πως πράγματι είχε παρθεί η απόφαση για οικονομικά κίνητρα αγοράς νέου αυτοκινήτου, με την προϋπόθεση απόσυρσης του παλαιού. Το μέτρο της "απόσυρσης" ίσχυσε τελικά στις αρχές του 1991 .
Έως τα τέλη του 1990 κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα 1.735.523 επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής και δημόσιας χρήσης, έναντι 1.605.181 το 1989. Από αυτά, το 1.701.986 ήταν ιδιωτικής χρήσης. Στην περιφέρεια πρωτευούσης κυκλοφορούσαν συνολικά 926.381 επιβατικά Ι.Χ και Δ.Χ .

Από το σύνολο των κυκλοφορούντων επιβατικών στην Ελλάδα το 1990, τα 163.499 ήταν αυτοκίνητα άνω των 20 ετών, δηλαδή προ του 1970. Επιπλέον 551.753 επιβατικά ήταν ηλικίας 12 έως 20 ετών, εκ των οποίων τα 546.284 ιδιωτικής χρήσης. Τα δεδομένα στη σύνθεση του στόλου των κυκλοφορούντων αυτοκινήτων, δηλαδή, δεν είχαν αλλάξει σε σχέση με το 1989. 
Για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση σε εύλογο χρονικό διάστημα, ήταν απαραίτητο τα ποσοστά απόσυρσης των παλαιών αυτοκινήτων να ανέλθουν τουλάχιστον στο 6% έως 7% ετησίως. 
Η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που έγινε υποχρεωτική η χρήση καταλύτη στα νέα αυτοκίνητα, βάσει των προδιαγραφών που είχε θεσπίσει λίγο καιρό πριν η Ε.Ο.Κ και έπρεπε να εφαρμόσουν όλα τα κράτη-μέλη έως το 1993. 

 








B.A
Έρευνα & αρχείο © Hellenic Motor History (2020)
Στοιχεία πωλήσεων: ΣΕΑΑ (Σύνδεσμος Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων)
Στοιχεία κυκλοφορούντων αυτοκινήτων: ΕΛΣΤΑΤ (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος)



 Τα στοιχεία πωλήσεων έχουν παραχωρηθεί από τον ΣΕΑΑ στο Hellenic Motor History, αποκλειστικά για ενημερωτικό σκοπό. 
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παρόντος, χωρίς να έχει προηγηθεί η έγκριση του γράφοντα.