Aμάξωμα εξ'ολοκλήρου από αλουμίνιο, χαμηλός αεροδυναμικός συντελεστής, καλή εκμετάλλευση χώρων, ξεχωριστή σχεδίαση, καλή οδική συμπεριφορά και ποιότητα κύλισης σε ένα συμπαγές σύνολο μήκους 3.83 μ. από έναν premium κατασκευαστή. Tα παραπάνω φαίνεται να αποτελούν συνταγή σίγουρης επιτυχίας, όμως στην πραγματικότητα τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Με αφορμή την επιστροφή του ονόματος "Α2" στην επικαιρότητα, λόγω της επερχόμενης παρουσίασης του νέου μικρού ηλεκτρικού της Audi, είναι ευκαιρία για μια σύντομη αναδρομή στην πορεία του αρχικού μοντέλου. Το Audi A2 παρουσιάστηκε επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1999 στην έκθεση αυτοκινήτου της Φρανκφούρτης (IAA). H παραγωγή του ξεκίνησε στα μέσα Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Η γερμανική φίρμα επέστρεφε στην μικρή κατηγορία σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την διακοπή παραγωγής του Audi 50 και ενώ είχε ξεκινήσει την διαδικασία του downsizing τρία χρόνια πριν, με το Audi A3. H εκτενής χρήση αλουμινίου είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί το βάρος του αυτοκινήτου στα 895 κιλά. Σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση έπαιξε η χρήση του "Audi Space Frame", ένα χωροδικτύωμα αποτελούμενο από αλουμινένιες δοκούς. Οι σχεδιαστές πέτυχαν βασικό αεροδυναμικό συντελεστή 0.28, μια εξαιρετική τιμή για αυτοκίνητο σε αυτήν την κατηγορία. Aπό άποψη κινητήρων τα πράγματα ήταν λιγότερο εντυπωσιακά, εφόσον ο βασικός κινητήρας βενζίνης ήταν ο γνωστός δεκαεξαβάλβιδος στα 1.400 cc του ομίλου VW, με απόδοση 75 ίππους. Ήταν και η έκδοση που παρουσίαζε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ελληνική αγορά. Το χαμηλό βάρος του μικρού Audi, επέτρεπε αξιοπρεπείς επιδόσεις.
Η φιλοσοφία του Audi A2 το έθετε εκτός συναγωνισμού σε σχέση με τα παραδοσιακά supermini. Ουσιαστικά ο μοναδικός άμεσος αντίπαλος ήταν η Mercedes A-Class, που είχε εμφανιστεί στην χώρα μας στα τέλη του 1997. Σε αυτό συνέβαλε και η υψηλή τιμή αγοράς των δύο γερμανικών μοντέλων, που στην περίπτωση της Audi είχε να κάνει και με την χρήση αλουμινίου, με αποτέλεσμα το αυξημένο κόστος παραγωγής. Βέβαια το "πακέτο" περιλάμβανε πλούσιο εξοπλισμό ασφαλείας, με διάφορα ηλεκτρονικά βοηθήματα (ABS, ASR, ESP κ.α), ενώ διέθετε αρκετά καλύτερες επιδόσεις από το -βαρύτερο- Mercedes στα ίδια κυβικά. Το Audi παρουσιάστηκε στην χώρα μας περί τα μέσα του 2000. Όμως πόσοι Έλληνες ήταν διατεθειμένοι να δώσουν ένα σεβαστό ποσό για ένα μικρό 1400άρι αυτοκίνητο, έστω και αν είχε τέσσερις κύκλους ή ένα αστέρι στην μάσκα; Στην περίπτωση της Mercedes ήταν φανερό πως τα πράγματα ήταν πιο ελπιδοφόρα για το μικρό της μοντέλο και τα πρώτα χρόνια παρουσίασε ανοδικές τάσεις, παρά το γεγονός ότι ήδη στην αρχή της καριέρα της η τιμή της στην βασική έκδοση προσέγγιζε τα... επτά εκατομμύρια δραχμές (Α140 Classic)! Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση υπήρχε πλήρες πακέτο εξοπλισμού ασφαλείας, ένας τομέας που έδωσε μεγάλη έμφαση η Mercedes μετά το γνωστό φιάσκο στο τέστ ταράνδου. Φυσικά οι πωλήσεις της Α-Class στην χώρα μας παρέμειναν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα με απόλυτα κριτήρια, όμως για την κατηγορία του ήταν σίγουρα ικανοποιητικές. Το Audi είχε διαφορετική τύχη. Παρά το γεγονός ότι ήταν απόλυτα ανταγωνιστικό και σε ορισμένους τομείς καλύτερο από την μικρή Mercedes, το αγοραστικό κοινό έμεινε μάλλον αδιάφορο. To πρώτο πλήρες έτος διάθεσής του στην εγχώρια αγορά (2001), οι πωλήσεις του ανήλθαν σε μόλις 199 μονάδες ενώ η A-Class διέθεσε 849 μονάδες. Aυτή ήταν και η καλύτερη επίδοση που πέτυχε στην Ελλάδα ως το τέλος της καριέρας του, το 2005. Ανάλογη εικόνα υπήρξε και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ακόμα και στην γερμανική αγορά η σύγκριση με την A-Class ήταν συντριπτική. Ενδεικτικά, οι πωλήσεις της μικρής Mercedes το 2000 στην Γερμανία ήταν 94.751 μονάδες έναντι "μόλις" 10.045 του Audi A2. Την καλύτερη επίδοση στην Γερμανία είχε το 2001, με συνολικά 26.434 μονάδες ή το 0.8% σε σχέση με τις 87.742 και το 2.6% της A-Class. Μέχρι το καλοκαίρι του 2005 που σταμάτησε η παραγωγή του είχαν κατασκευαστεί συνολικά 176.377 μονάδες Audi A2. Η εταιρεία υπολόγιζε σε παραγωγή 60.000 μονάδων ετησίως. Η παραγωγή της πρώτης γενιάς A-Class ξεπέρασε το 1.1 εκ. μονάδες. Το φιλόδοξο εγχείρημα της Audi δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία και κατέληξε σε μια ζημιογόνα υπόθεση για την ίδια.













